Σάββατο 18 Ιουλίου 2020


«Διαλέγει πριν από σας για σας»

Το άδοξο τέλος του πιο καινοτόμου 

πολυκαταστήματος στην Ελλάδα 



      Την εποχή που ο όρος «πολυκατάστημα» δεν είχε εισαχθεί στο λεξικό των Ελλήνων καταναλωτών, δύο επιχειρήσεις ήταν αυτές που αποτελούσαν συνώνυμά του και ουσιαστικά εγκαινίασαν αυτό το νέο είδος στο λιανεμπόριο της χώρας, χωρίς να απαιτούνται συνθετικές επεξηγήσεις.
     Οι περισσότεροι θυμούνται το Μινιόν, ωστόσο η επιχείρηση στην οποία πρέπει να πιστωθεί η εγκαθίδρυση της πρακτικής του πολυκαταστήματος στη σύγχρονη ελληνική καταναλωτική αγορά ήταν μία άλλη εταιρία – θρύλος, οι «Αφοί Λαμπρόπουλοι».
   Ο Λαμπρόπουλος και το σλόγκαν του «διαλέγει πριν από σας για σας» σφράγισε τη ζωή της εμπορικής Αθήνας επί 100 χρόνια, διαμορφώνοντας παράλληλα το εμπορικό κέντρο της Αθήνας. Η ιστορία του καταστήματος αντανακλά και την ιστορία της νεότερης Ελλάδας, τις πολιτικές, κοινωνικές και δημογραφικές αλλαγές, την οικονομική άνθιση, κρίση και τους πολέμους. Οι Αφοί Λαμπροπούλου καθρεφτίζουν τη ζωή και την κίνηση μιας πόλης που έχει δοκιμαστεί, αναπτυχθεί και αναζητήσει το νέο σε κάθε δεκαετία με άλλο τρόπο.
      Οι ρίζες του ιστορικού πολυκαταστήματος εντοπίζονται πολύ πριν από αυτές του Μινιόν, στη δύση του 19ου αιώνα. Συγκεκριμένα το 1898, όταν ο Ξενοφών Λαμπρόπουλος, από την Κοντοβάζαινα Αρκαδίας, εγκαταλείπει την δεκαμελή οικογένειά του και καταφθάνει στην Αθήνα προς αναζήτηση καλύτερης τύχης. 


Αρχικά εργάστηκε ως πλανόδιος πωλητής ανδρικών ειδών και ακολούθως, έχοντας συνοδοιπόρο τον αδελφό του Βασίλειο, ιδρύουν το 1906 την ομόρρυθμη εταιρεία Αδελφοί Π. Λαμπρόπουλοι, η οποία στεγάστηκε σε έναν υπόγειο χώρο, στη γωνία Αιόλου και Σοφοκλέους.



      Αρχικά το κατάστημα ήταν επικεντρωμένο στα ανδρικά είδη (πουκάμισα, εσώρουχα, γραβάτες, κάλτσες, μαντίλια και άλλα), σταδιακά όμως άρχισε να μεγαλώνει και να διευρύνει τις δραστηριότητές του. Έχοντας καταφέρει να πιάσει τον παλμό της αγοράς, εμπλουτίζει διαρκώς την πραμάτειά του, φτάνοντας να διαθέτει ακόμη και ξυλουργικό τμήμα, καθώς και τμήμα επίπλων ραδιοφώνων και γραμμοφώνων. Παρακολουθώντας τις διεθνείς εξελίξεις, τα οκτώ αδέρφια φέρνουν στο μαγαζί τους οτιδήποτε νέο και καινοτόμο κυκλοφορούσε στο εξωτερικό, με πιο εμβληματική την αποκλειστική εισαγωγή της οδοντόπαστας και κρέμας ξυρίσματος «ΚΟΛΥΝΟΣ». Μάλιστα από το 1927 έχουν μετατρέψει την εταιρεία τους σε ανώνυμη και έχουν αναλάβει βιομηχανική δραστηριότητα. Είναι ενδεικτικό ότι το 1932 ίδρυσαν, σε συνεργασία με την ΕΜΙ, την δισκογραφική εταιρεία «Columbia – Αφοί Λαμπρόπουλοι».

     Ως πρόεδρος της ανώνυμης εταιρείας, μέχρι τον θάνατό του το 1963, ο Ξενοφών Λαμπρόπουλος αποδεικνύεται ότι είναι πολύ μπροστά από την εποχή του. Έχοντας ως μότο το «Ο πελάτης έχει πάντα δίκιο, ακόμη και όταν έχει άδικο» και εγκαινιάζοντας πρωτοποριακές πρακτικές για τη σύσφιξη των σχέσεων με το προσωπικό, εξασφαλίζει την εύρυθμη λειτουργία του οικοδομήματός του.



          Η επιστροφή στην κανονικότητα μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, την Κατοχή και τον Εμφύλιο δεν ήταν βέβαια καθόλου απλή υπόθεση. Εμπόρευμα δεν υπήρχε, τα κεφάλαια για αγορά τέτοιου ήταν λιγοστά και οι περιορισμοί που επιβλήθηκαν στο συνάλλαγμα σήμαιναν ότι η εταιρεία μπορούσε να συναλλάσσεται μόνο με Έλληνες προμηθευτές. Ωστόσο, σύμμαχο της εταιρίας αποτέλεσε η ραγδαία αστικοποίηση της μεταπολεμικής Ελλάδας και η ταχύτατη ανάπτυξη της Αθήνας, που μέσα σε λίγα χρόνια έφτασε σε πληθυσμό τα 2,5 εκατομμύρια κατοίκους. Η πελατεία αυξήθηκε κατακόρυφα και η ανάπτυξη της «Αφοί Λαμπρόπουλος» ήταν ομοίως ταχύτατη, με αποτέλεσμα το 1965 να εγκαινιαστεί το ανανεωμένο κατάστημα στη γωνία της Αιόλου με τη Σταδίου, που αυτή τη φορά έφτανε μέχρι τη Λυκούργου.
        Πλέον, στο επίκεντρο της διαφημιστικής καμπάνιας της εταιρείας βρίσκεται η γυναίκα, που ως νοικοκυρά έχει τη μεγαλύτερη καταναλωτική δύναμη. Το σλόγκαν «Αφοί Λαμπρόπουλοι – Διαλέγουν πριν από σας, για σας» γίνεται μία μόνιμη επωδός στις διαφημίσεις του και σημείο αναφοράς για τους καταναλωτές.
        Στου Λαμπρόπουλου ψώνιζαν οι Έλληνες της περιφέρειας όλων των ηλικιών, που κατέφθαναν στην Αθήνα από το 1960 μέχρι το 1980, για να αναζητήσουν προϊόντα που δεν υπήρχαν στην ελληνική επαρχία και σε καλή σχέση ποιότητας – τιμής. Στη δεκαετία του ’70 υπήρχαν πέντε μεγάλα καταστήματα Αδερφοί Λαμπρόπουλοι στην Ελλάδα και το κεντρικό, στην Αιόλου και Λυκούργου, αποτελούσε attraction ακόμα και για τους Αθηναίους, καθώς οι καταπληκτικές για την εποχή βιτρίνες με τις κινούμενες κούκλες ήταν κάτι πρωτόγνωρο για τα ελληνικά δεδομένα. Στον Λαμπρόπουλο έβρισκες τότε τα δυσεύρετα «εισαγόμενα είδη», αλλά και ό,τι μπορούσε κανείς να φανταστεί, από τα λεγόμενα τότε είδη προικός, μέχρι την περίφημη κολόνια 4711, που έκανε θραύση στα ραφάκια μπάνιου της εποχής.
        Η περίοδος ακμής διήρκεσε έως το 1980, μία χρονιά που σημάδεψε βαθιά τον κλάδο των πολυκαταστημάτων με τον πλέον αρνητικό τρόπο. Το μπαράζ εμπρησμών στο Μινιόν, τον Κλαουδάτο, τον Κατράντζο και τον Δραγώνα, αλλά και στο κατάστημα του Λαμπρόπουλου στον Πειραιά, που είχε ανοίξει το 1971, σόκαρε το καταναλωτικό κοινό και απομάκρυνε τους καταναλωτές από τα μεγάλα πολυκαταστήματα του κέντρου. Όλο και περισσότεροι Αθηναίοι επέλεγαν να μην κατεβαίνουν στο κέντρο για τα ψώνια τους – παρά μόνο κατά την εορταστική περίοδο των Χριστουγέννων και κάποια Σαββατοκύριακα – στρεφόμενοι στις εμπορικές επιχειρήσεις που άρχισαν να αναπτύσσονται στα προάστια της Αθήνας. Η αγοραστική κίνηση στο κέντρο έπεσε και τα πολυκαταστήματα βυθίστηκαν σταδιακά σε κρίση.

         Το 1991 η «Αφοί Λαμπρόπουλοι» καινοτόμησε, εισάγοντας στην Ελλάδα την πρακτική «shops in shop», με «περίπτερα» καταστημάτων στους ορόφους της, με την οποία προσέλκυσε μεγάλες μάρκες. Όμως η αντίστροφη μέτρηση είχε ήδη αρχίσει. Οι πωλήσεις έπεφταν και παρά την παράλληλη παρακμή του Μινιόν, που οδήγησε στο «λουκέτο» του 1999, ο ανταγωνισμός μεγάλωνε. Η εταιρία δυσκολευόταν να τα βγάλει πέρα και την ίδια χρονιά (’99) πωλήθηκε στον όμιλο ΠαπαέλληναΔύο χρόνια αργότερα δημιουργήθηκε ο όμιλος Notos Com, από τη συγχώνευση της «Αφοί Λαμπρόπουλοι» με εταιρείες συμφερόντων Παπαέλληνα και τα μέλη της οικογένειας Λαμπρόπουλου διέκοψαν τη μετοχική σχέση τους με την εταιρεία. Ύστερα από σχεδόν έναν αιώνα ζωής τo brand «Λαμπρόπουλος» έπαψε να υπάρχει.

       Ήταν μια μεγάλη απώλεια κυρίως στο εργασιακό γίγνεσθαι του τόπου, καθώς η συμπεριφορά της εταιρίας προς τους υπαλλήλους της είχε αταλάντευτα επί σειρά ετών βαθύ ανθρωπιστικό πρόσημο. Οι μισθοί του προσωπικού ήταν αρκετά υψηλότεροι από αυτούς που προβλέπονταν στην εκάστοτε συλλογική σύμβαση εργασίας, ενώ όσοι πήγαιναν φαντάροι συνέχιζαν να τον λαμβάνουν κανονικά! Η καθιέρωση της κυριακάτικης αργίας, η χορηγία ολόκληρου μισθού ως δώρου του Πάσχα, οι άδειες για σπουδές, η χορήγηση μεγαλύτερων σε διάρκεια αδειών μητρότητας, ακόμη και η λήψη αποζημίωσης όταν κάποιος αποφάσιζε να παραιτηθεί, συνέθεσαν το ιδεολογικό υπόβαθρο μιας επιχείρησης που στο τέλος της μέρας θα έπρεπε να μείνει στην ιστορία ως κάτι πολύ περισσότερο από μια τέτοια…


πηγή : https://menshouse.gr/

Τετάρτη 8 Ιουλίου 2020




Μοναστηράκι – Αμερική

Από το Αρχείο μας

(δημοσιεύτηκε τον Ιανουάριο του 2010)

κείμενο της αείμνηστης  Χαράς Σταθοπούλου


    Εκατομμύρια ελλήνων ζουν διασκορπισμένοι σε χώρες μακρινές ....  Η μετακίνηση κάποιες φορές επιλογή, κάποιες επιτακτική κυρίως οικονομική ανάγκη.  Στις αρχές του προηγούμενου αιώνα πολλοί Μοναστηραίοι κυρίως λόγω της φτώχιας ύστερα από την ξηρασία που έπληξε την Πελοπόννησο το 1904—05....έφτασαν στις όχθες της Βορείου Αμερικής με στόχο την οικονομική τους βελτίωση και με το βλέμμα πάντα στραμμένο στους συγγενείς πίσω. 
   Πλέον που η επικοινωνία είναι πολλαπλός επιτυχημένη με όλες τις ευκολίες της τεχνολογίας και της εξέλιξης των μεταφορικών μέσων, φαντάζει αδιανόητο πως πατεράδες έκαναν να δουν 20 χρόνια τα παιδιά τους πίσω στο Μοναστηράκι, καμία φορά ποτέ, πως μια αλληλογραφική επαφή, μπορεί να έκανε 6 μήνες για να ολοκληρώσει τον κύκλο της, πως άγνωστοι μεταξύ αγνώστων επιβίωναν οι ορεσίβιοι πρόγονοι μας στην τόσο ξένη τότε Αμερική.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο μετανάστευσης άφησαν το χωριό μας ο παππούς μου, Κωνσταντίνος Σταθόπουλος (Καγιούλης) μαζί με όλους τους αδερφούς του.  Το μόνο παιδί που έμεινε πίσω ήταν η αδερφή Μαρία  Παπακωνσταντίνου (Γερούτσου).

      
      Έφτασαν στη Νέα Υόρκη και από εκεί σύντομα στο Μιλγουόκι του Γουισκόνσιν,  το οποίο μετέτρεψαν σύντομα λεκτικά σε «Μιλοβόκι» ...4 αγόρια που ζούσαν σε ένα μικρό σπίτι προσπαθώντας να οργανωθούν σε ένα μικρό χώρο.  Ο Κωνσταντίνος εργάστηκε σε εργοστάσιο κατασκευής υποδημάτων και δεν άντεχε την δυσοσμία των δερμάτων που φαινόταν δυσβάσταχτη σε σύγκριση με την άσπιλη φύση στο Μοναστηράκι.
      Ο νους του ήταν συνέχεια εκεί...έτσι κάποια στιγμή με τη μία ή άλλη δικαιολογία, πόλεμος στην Ελλάδα, συναισθήματα για την μετέπειτα σύζυγο του (είπε στα αδέρφια του πάω να πάω τη Χρύσω), επέστρεψε. Παράτολμο λίγο για την εποχή αν αναλογιστούμε ότι άφηνε πίσω ηλεκτρισμό, πρόσβαση σε μόρφωση για τα παιδιά του κτλ κτλ για να επιστρέψει σε ένα Μοναστηράκι που η ζωή θα ήταν σκληρή.
       Έτσι βρέθηκε πάλι στη γη του, παντρεμένος με τη Χρύσω  Φλέσσα.  Σκληρή η ζωή στο χωριό μα σκληρότερος ο θάνατος. Έχασε τη ζωή του από πνευμονία σε νεότατη ηλικία αφήνοντας πίσω 5 ορφανά το μικρότερο 3 χρονών. Τα αδέρφια του στην άλλη γωνιά του πλανήτη επισκέφτηκαν ελάχιστα την Ελλάδα, πολλές φορές όμως ανέβηκαν στον Καναδά να δουν τον ανιψιό τους Λάμπη όταν έφτασε αυτός εκεί. 
      Ο Λάμπης, που τυγχάνει να ήταν ο πατέρας μου, επισκέφτηκε με λαχτάρα τους θείους του και άκουγε ότι είχαν να του πουν για τον πρόωρα χαμένο πατέρα του. Μάζευε σα σφουγγάρι την παραμικρή λεπτομέρεια και έβγαζε μαζί τους φωτογραφίες για να στείλει πίσω στη μάνα του να χαρεί.  Διαπίστωσε πόσο διαφορετική θα μπορούσε να ήταν η εξέλιξη του σε άλλο περιβάλλον όταν τα πιο πολλά ξαδέρφια του είχαν γίνει γιατροί.  Κατά τη μαρτυρία του, εκεί μου είπε κατάλαβα το πόσο τυχαία συμβαίνουν όλα στη ζωή μας. Αν είχα μεγαλώσει και εγώ εκεί μάλλον θα είχα γίνει γιατρός, επειδή βρέθηκα στο Μοναστηράκι δεν μπόρεσα να πάω ούτε γυμνάσιο (παρεμπιπτόντως έχασε τον πατέρα του μόλις θα πήγαινε γυμνάσιο).
     Αυτά και άλλα. Δύσκολη η μετάβαση στην Ελλάδα. Σκληρότερη η ζωή χωρίς μία σύντροφο. Κάποια στιγμή ο μικρότερος αδερφός Κανέλλος, θέλησε να παντρευτεί αποζητώντας μια γυναίκα από το χωριό. Άλλη λύση δεν υπήρχε ο παππούς Κωνσταντίνος ντύθηκε με τα καλά του, πήρε την νύφη από το σόι Πανόπουλου (Βασιλική) και έφτασε στη Γένοβα της Ιταλίας όπου εκεί αποβίβαζε το καράβι από τις Η.Π.Α.   Φανταστείτε τι κόπος και κόστος γύρω στο 1920.     Έτσι ο μεγάλος αδερφός παρέδωσε τη συμπατριώτισσα νύφη στον μικρό αδερφό, οι οποίοι έζησαν αγαπημένοι για δεκαετίες, αποκτώντας μία κόρη.
    Η φωτογραφία που σας παραθέτω από το αρχείο μου,  μας λέει σίγουρα πάνω από χίλιες λέξεις, τραβήχτηκε στη Γένοβα λίγο πριν τον αποχαιρετισμό των δύο αδερφών, που περιττό να πούμε, δεν ξαναείδαν ο ένας τον άλλον ποτέ πια. Σκληρό μα τόσο πραγματικό εκείνη την εποχή! Ας αναλογιστούμε για λίγο τι συναισθήματα θα μπορούσε να έχει ο κάθε ένας τους εκείνη τη στιγμή της λάμψης του φωτογραφικού φακού...αντίο ... παρόλα αυτά αγέρωχα κοιτούν το φακό.

Δευτέρα 15 Ιουνίου 2020

Καλή Επιτυχία 


Καλή Επιτυχία στους μαθητές και μαθήτριες που συμμετέχουν στις φετινές πανελλήνιες εξετάσεις.

 Ευχόμαστε να δικαιωθούν οι κόποι τους και να πραγματοποιήσουν τους στόχους τους.

Τετάρτη 20 Μαΐου 2020

Kεραμιδοκάμινα


Η λειτουργία τους ήταν απλή, αλλά πάντως είχε μια σειρά αλυσιδωτών ενεργειών: Στην αρχή έβγαινε από το χωράφι η άργιλος. Έσκαβαν δηλαδή μεγάλες γούβες και έβγαζαν το αργιλώδες χώμα που αποτελούσε την πρώτη ύλη για τα κεραμίδια. Καθαριζόταν, κοσκινιζόταν ώστε να μη μείνει ούτε ένα χαλικάκι μέσα σ’ αυτήν. Η ξερή κοπριά γαϊδάρων και αλόγων, που είχε μαζευτεί από τα χωράφια, ανακατεύονταν με την καθαρή άργιλο για να «δέσει»..
Εν τω μεταξύ η άργιλος, αφού πρώτα κοβόταν και είχε ξεραθεί κάπως από τον αέρα, έμπαινε σε ειδικά καλούπια. Μετά τοποθετούνταν όρθια τα καλούπια μέχρι να φορτωθεί πλήρως το καμίνι (περίπου έφταναν τα 5000 κομάτια, στα μεγάλα καμίνια).
Κατόπιν το κυρίως καμίνι, δηλαδή ο φούρνος, θερμαινόταν σε πολύ μεγάλες θερμοκρασίες καίγοντας κλαδιά (πλατάνια, ιτιές, πουρνάρια, βελανιδιές,  κ.λ.π.) – εξού και «καμίνι»- για μία μέρα συνεχώς. Μετά την μία μέρα γέμιζε με χώμα το πάνω μέρος του καμινιού, ενώ στο κάτω έκλεινε η πόρτα. Η «καμινιά» αυτή των κομματιών έμενε στο καμίνι μία εβδομάδα, οπότε είχε γίνει πρώτα το ψήσιμο και μετά το πάγωμα. Έτσι κατασκευάζονταν τα παλαιού τύπου μοναύλακα κεραμίδια, τεράστιας αντοχής στις δύσκολες  καιρικές συνθήκες.
Τα κεραμίδια αυτά καταναλώνονταν είτε στους πολυπληθείς κατοίκους της περιοχής μας  για τα σπίτια, αποθήκες, σταύλους κλπ, είτε στα γύρω χωριά της Γορτυνίας. Τέτοια κεραμίδια υπάρχουν σε πολλές από τις εναπομείνασες αποθήκες και χαμοκέλες. Πρέπει η λειτουργία τους να σταμάτησε στις αρχές της δεκαετίας του 1960, όταν επεκράτησαν τα εργοστασιακά «ευρωπαϊκά» κεραμίδια.
παραθέτουμε 

Δύο κεραμικά λιβανιστήρια που παράγονταν στο 
κεραμιδοκάμινο



Το ξύλινο, από σκληρό δέντρο-βελανιδιά, καλούπι

μέσω του οποίου δημιουργούνταν τα ντόπια κεραμιδοκάμινα, που ήδη έχουμε δείξει:
 Αυτό είναι το εσωτερικό του μέρος. Διακρίνεται και το «χερούλι» από το οποίο το έπιαναν γερά, ώστε αφ’ ενός να το μεταφέρουν στον ήλιο πριν το ψήσιμονα και αφ’ ετέρου για να μη κινείται όταν τοποθετούσαν την λάσπη οι τεχνίτες.

Παρατηρούμε το καλούπι από την εξωτερική όψη.






http://www.tomtb.com/kermido-asvesto-kamin-ergkeram-xylof-kert-pam-7510/

του Παναγιώτη Α. Μπούρδαλα

Δευτέρα 4 Μαΐου 2020






Αναστάσιος Ηλία Αρναούτης


      Ήρθε από το χωριό του το Βούτσι στην Αθήνα το 1944 - 1945 και δούλεψε ως πλανόδιος πωλητής στο κέντρο της Αθήνας. 
     Την δεκαετία του ’50 δούλεψε ως παπλωματάς σε εργαστήριο, αναθρέφοντας και 5μελή οικογένεια, όπου και γρήγορα έμαθε τη δουλειά. Έτσι το 1960 άνοιξε το δικό του εργαστήριο, στην περιοχή του Αγ. Δημητρίου (Μπραχάμι). 



      Μια οικογενειακή επιχείρηση, στην οποία εκτός από τη γυναίκα του βοηθούσαν και οι τρείς λεβέντες του, παράλληλα με τις σπουδές τους. Ο Γιάννης   ο μεγαλύτερος έγινε καταξιωμένος γιατρός. Οι δυο μικρότεροι ο Ηλίας και ο Χρήστος, παρόλο που σπούδασαν, έμειναν και συνέχισαν την επιχείρηση του πατέρα, η οποία εξελίχτηκε σε οικοβιοτεχνία, που σήμερα την διατηρεί ο μικρότερος γιός, ο Χρήστος, (με τη γυναίκα του και τα δυο παιδιά του), είχε την ατυχία βλέπετε να χάσει πρόωρα τον Ηλία (2003).   
        Αξίζει να σημειώσουμε ότι ο Χρήστος εκτός από καλός και ευσυνείδητος επαγγελματίας, είναι κοντά στο Σύλλογο του χωριού του (Βούτσι) και έχει αναπτύξει δραστηριότητα ενασχολούμενος με τα κοινά, επί σειρά ετών, στην Πόλη του Αγ. Δημητρίου.



ΠΛΑΝΟΔΙΟΣ ΠΑΠΛΩΜΑΤΑΣ
Ένα παραδοσιακό επάγγελμα που εξέλειψε.
 

       Τα στρώματα και τα παπλώματα που χρησιμοποιούσε ο κόσμος ήταν παραγεμισμένα κυρίως με βαμβάκι. Με την χρήση το στρώμα ή το πάπλωμα έχανε την αφρατοσύνη του και "κάθονταν". Την επανόρθωση αναλάμβανε ο πλανόδιος παπλωματάς.
Άνοιγε το πάπλωμα η το στρώμα και έβγαζε το βαμβάκι.
        Χτυπούσε με ένα ξύλινο κόπανο, σαν γουδοχέρι, την χορδή ενός τόξου μήκους 2 μέτρα περίπου πάνω στο βαμβάκι. Το τίναγμα της χορδής έκανε πιο αφράτο το βαμβάκι. Μετά από αυτή την ανακατεργασία, το βαμβάκι έμπαινε ξανά στην θέση του και το στρώμα ή σκέπασμα ράβονταν με μια μεγάλη σακοράφα.Στο σπίτι έφτιαχνε στρώματα, παπλώματα και μαξιλάρια. Στα χωριά που γυρνούσε έξαινε τα βαμβάκια κυρίως των στρωμάτων και μαξιλαριών, για να γίνονται πιο αφράτα.
         Tα σύνεργα της δουλειάς του ήταν: το τοξάρι με την κόρδα(χορδή) που ήταν φτιαγμένη από στριμμένο έντερο βοδιού, το κοπάλι  μια μαύρη ψαλίδα, βελόνα, κλωστές, δακτυλήθρα και το τσιπούκι (βέργα) λεπτό, πελεκημένο και λείο, από ξύλο κρανιάς, που ξεπερνούσε το ένα μέτρο. Η χορδή έπρεπε να είναι τόσο τεντωμένη ώστε να έχει «ντουζένι». Να τινάζει δηλ. το βαμβάκι με το «λαγούδι» (ξύλινο σε σχήμα μπουκαλιού), κι αυτό ξαινόταν. Στο μαγαζί είχε ένα βαρύ χειροκίνητο μηχάνημα, τη λανάρα, στο οποίο γύριζαν ειδικές βούρτσες με καρφιά, που έξαιναν ευκολότερα τα πατημένα βαμβάκια. 
        Οι καλοί τεχνίτες ήταν Ανατολίτες και περιζήτητοι. Για να γίνει κάποιος τεχνίτης καλός έπρεπε να μαθητεύσει τουλάχιστον δύο χρόνια στο αφεντικό του.

Τρίτη 26 Νοεμβρίου 2019


Τα μεγαλύτερα μαθήματα
στη ζωή τα έφερε η απώλεια…





Τα μεγαλύτερα μαθήματα στη ζωή αυτή, μπορώ να πω με σιγουριά πως τα έφερε η απώλεια. Αυτή που σου χτύπησε την πόρτα ένα πρωί και σου άλλαξε τη ζωή που έζησες μέχρι εκείνη τη στιγμή. Σου άφησε αγαπημένα σου πρόσωπα πίσω στη μέρα που πέρασε κι έντυσε την ψυχή και το κορμί σου με εκείνο το μαύρο χρώμα που τόσο μίσησες στη συνέχεια.
Κι αλήθεια αναρωτήθηκα πολλές φορές στην πορεία, αν το αναπάντεχο και το ξαφνικό πονά περισσότερο από το αναμενόμενο. Αν ο θάνατος που έρχεται με μια ανίατη ασθένεια κι ο χρόνος μετρά αντίστροφα πονά λιγότερο. Γιατί λες έχω ακόμα ένα περιθώριο χρόνου. Η απάντηση θα είναι πάντα αρνητική. Αναμενόμενο ή αναπάντεχο, το μαχαίρι θα πονά πάντα το ίδιο μέσα μας. Η απουσία που ο χρόνος θα φέρει θα ματώνει το ίδιο την καρδιά μας.
Με κάθε άνθρωπο που αφήνει μια άδεια καρέκλα γύρω μας, αποχαιρετάμε κι ένα κομμάτι του εαυτού μας. Ένα κομμάτι που δεν θα λάμψει ποτέ ξανά χωρίς αυτούς. Και κάθε που θα βλέπουμε εκείνα τα μέρη που πηγαίναμε μαζί και θα βρέχει αναμνήσεις, η καρδιά μας θα πονά ακόμα περισσότερο. Ο χρόνος θα είναι πότε σύμμαχος και πότε εχθρός. Θα μας ταξιδεύει σε ένα ένδοξο παρελθόν και ένα αβέβαιο μέλλον.
Κι άνθρωποι γύρω μας αμήχανα θα ανοίγουν την καρδιά τους και θα μοιράζονται δικές τους απώλειες νομίζοντας πως αυτό θα απαλαίνει τον πόνο. Σαν να σου λένε “ Ξέρω • κράτα γερά ”. Γνωστοί θα γίνουν φίλοι και φίλοι θα γίνουν ξένοι σε αυτό το δύσκολο δρόμο. Θα φανούν αυτοί που πραγματικά αξίζουν να έχεις δίπλα σου. Γιατί μεγαλύτερη δοκιμασία από αυτή δεν υπάρχει. Αυτή που δυστυχώς δεν σε αφήνει ποτέ ξανά τον ίδιο και σε αναγκάζει να αρχίσεις και πάλι απ’ την αρχή.
Πολλές φορές έχουμε τη ψευδαίσθηση πως ετούτη η ζωή είναι αιώνια. Πως όταν ήμαστε ευτυχισμένοι, γινόμαστε άτρωτοι, αιώνιοι. Μα αλήθεια μια χούφτα στιγμές είναι αυτή η ζωή. Είναι μια μέρα λιακάδας με εκείνους που τόσο αγαπήσαμε στη μνήμη του μυαλού μας. Είναι αλήθεια όλες εκείνες οι μικρές στιγμές που πέρασαν και θεωρούσαμε δεδομένες.
Κι αυτό γιατί η άγνοια, μας κάνει να νομίζουμε πως τα αναπάντεχα συμβαίνουν πάντα στους άλλους, μα ποτέ στη δικιά μας πόρτα. Ποτέ στους ανθρώπους που αγαπάμε. Πάντα στους άλλους, ποτέ σε εμάς. Μα αλήθεια όλοι μας ήμαστε οι ίδιες σταγόνες σε ένα απέραντο ωκεανό. Σαν ξανασμίξουμε δεν έχουμε καμία διαφορά. Ούτε διακρίσεις υπάρχουν σε φτώχεια και πλούτη. Γιατί τον θάνατο κανένα άψυχο υλικό δεν τον εξαγόρασε και κανένα χαρτονόμισμα. Όσο μεγαλεπήβολα κι αν είναι τα κάστρα, θα βρίσκει πάντα τον τρόπο να τα διαπερνά. Άλλοτε αθόρυβα κι άλλοτε άτσαλα.
Γι’ αυτό σας λέω. Μια χούφτα στιγμές η ζωή μας. Το τώρα θα είναι πάντα το μέλλον που περιμένουμε. Καμία αναβολή δεν σηκώνει. Τίποτα δεν είναι δεδομένο σε αυτή τη ζωή. Γιατί δυστυχώς σε μια μονάχα μέρα μπορεί να χάσουμε όλη τη ζωή που γνωρίζαμε. Αυτήν που νομίζαμε πως θα κρατήσει για πάντα.