Δευτέρα 4 Μαΐου 2020






Αναστάσιος Ηλία Αρναούτης


      Ήρθε από το χωριό του το Βούτσι στην Αθήνα το 1944 - 1945 και δούλεψε ως πλανόδιος πωλητής στο κέντρο της Αθήνας. 
     Την δεκαετία του ’50 δούλεψε ως παπλωματάς σε εργαστήριο, αναθρέφοντας και 5μελή οικογένεια, όπου και γρήγορα έμαθε τη δουλειά. Έτσι το 1960 άνοιξε το δικό του εργαστήριο, στην περιοχή του Αγ. Δημητρίου (Μπραχάμι). 



      Μια οικογενειακή επιχείρηση, στην οποία εκτός από τη γυναίκα του βοηθούσαν και οι τρείς λεβέντες του, παράλληλα με τις σπουδές τους. Ο Γιάννης   ο μεγαλύτερος έγινε καταξιωμένος γιατρός. Οι δυο μικρότεροι ο Ηλίας και ο Χρήστος, παρόλο που σπούδασαν, έμειναν και συνέχισαν την επιχείρηση του πατέρα, η οποία εξελίχτηκε σε οικοβιοτεχνία, που σήμερα την διατηρεί ο μικρότερος γιός, ο Χρήστος, (με τη γυναίκα του και τα δυο παιδιά του), είχε την ατυχία βλέπετε να χάσει πρόωρα τον Ηλία (2003).   
        Αξίζει να σημειώσουμε ότι ο Χρήστος εκτός από καλός και ευσυνείδητος επαγγελματίας, είναι κοντά στο Σύλλογο του χωριού του (Βούτσι) και έχει αναπτύξει δραστηριότητα ενασχολούμενος με τα κοινά, επί σειρά ετών, στην Πόλη του Αγ. Δημητρίου.



ΠΛΑΝΟΔΙΟΣ ΠΑΠΛΩΜΑΤΑΣ
Ένα παραδοσιακό επάγγελμα που εξέλειψε.
 

       Τα στρώματα και τα παπλώματα που χρησιμοποιούσε ο κόσμος ήταν παραγεμισμένα κυρίως με βαμβάκι. Με την χρήση το στρώμα ή το πάπλωμα έχανε την αφρατοσύνη του και "κάθονταν". Την επανόρθωση αναλάμβανε ο πλανόδιος παπλωματάς.
Άνοιγε το πάπλωμα η το στρώμα και έβγαζε το βαμβάκι.
        Χτυπούσε με ένα ξύλινο κόπανο, σαν γουδοχέρι, την χορδή ενός τόξου μήκους 2 μέτρα περίπου πάνω στο βαμβάκι. Το τίναγμα της χορδής έκανε πιο αφράτο το βαμβάκι. Μετά από αυτή την ανακατεργασία, το βαμβάκι έμπαινε ξανά στην θέση του και το στρώμα ή σκέπασμα ράβονταν με μια μεγάλη σακοράφα.Στο σπίτι έφτιαχνε στρώματα, παπλώματα και μαξιλάρια. Στα χωριά που γυρνούσε έξαινε τα βαμβάκια κυρίως των στρωμάτων και μαξιλαριών, για να γίνονται πιο αφράτα.
         Tα σύνεργα της δουλειάς του ήταν: το τοξάρι με την κόρδα(χορδή) που ήταν φτιαγμένη από στριμμένο έντερο βοδιού, το κοπάλι  μια μαύρη ψαλίδα, βελόνα, κλωστές, δακτυλήθρα και το τσιπούκι (βέργα) λεπτό, πελεκημένο και λείο, από ξύλο κρανιάς, που ξεπερνούσε το ένα μέτρο. Η χορδή έπρεπε να είναι τόσο τεντωμένη ώστε να έχει «ντουζένι». Να τινάζει δηλ. το βαμβάκι με το «λαγούδι» (ξύλινο σε σχήμα μπουκαλιού), κι αυτό ξαινόταν. Στο μαγαζί είχε ένα βαρύ χειροκίνητο μηχάνημα, τη λανάρα, στο οποίο γύριζαν ειδικές βούρτσες με καρφιά, που έξαιναν ευκολότερα τα πατημένα βαμβάκια. 
        Οι καλοί τεχνίτες ήταν Ανατολίτες και περιζήτητοι. Για να γίνει κάποιος τεχνίτης καλός έπρεπε να μαθητεύσει τουλάχιστον δύο χρόνια στο αφεντικό του.

Τρίτη 26 Νοεμβρίου 2019


Τα μεγαλύτερα μαθήματα
στη ζωή τα έφερε η απώλεια…





Τα μεγαλύτερα μαθήματα στη ζωή αυτή, μπορώ να πω με σιγουριά πως τα έφερε η απώλεια. Αυτή που σου χτύπησε την πόρτα ένα πρωί και σου άλλαξε τη ζωή που έζησες μέχρι εκείνη τη στιγμή. Σου άφησε αγαπημένα σου πρόσωπα πίσω στη μέρα που πέρασε κι έντυσε την ψυχή και το κορμί σου με εκείνο το μαύρο χρώμα που τόσο μίσησες στη συνέχεια.
Κι αλήθεια αναρωτήθηκα πολλές φορές στην πορεία, αν το αναπάντεχο και το ξαφνικό πονά περισσότερο από το αναμενόμενο. Αν ο θάνατος που έρχεται με μια ανίατη ασθένεια κι ο χρόνος μετρά αντίστροφα πονά λιγότερο. Γιατί λες έχω ακόμα ένα περιθώριο χρόνου. Η απάντηση θα είναι πάντα αρνητική. Αναμενόμενο ή αναπάντεχο, το μαχαίρι θα πονά πάντα το ίδιο μέσα μας. Η απουσία που ο χρόνος θα φέρει θα ματώνει το ίδιο την καρδιά μας.
Με κάθε άνθρωπο που αφήνει μια άδεια καρέκλα γύρω μας, αποχαιρετάμε κι ένα κομμάτι του εαυτού μας. Ένα κομμάτι που δεν θα λάμψει ποτέ ξανά χωρίς αυτούς. Και κάθε που θα βλέπουμε εκείνα τα μέρη που πηγαίναμε μαζί και θα βρέχει αναμνήσεις, η καρδιά μας θα πονά ακόμα περισσότερο. Ο χρόνος θα είναι πότε σύμμαχος και πότε εχθρός. Θα μας ταξιδεύει σε ένα ένδοξο παρελθόν και ένα αβέβαιο μέλλον.
Κι άνθρωποι γύρω μας αμήχανα θα ανοίγουν την καρδιά τους και θα μοιράζονται δικές τους απώλειες νομίζοντας πως αυτό θα απαλαίνει τον πόνο. Σαν να σου λένε “ Ξέρω • κράτα γερά ”. Γνωστοί θα γίνουν φίλοι και φίλοι θα γίνουν ξένοι σε αυτό το δύσκολο δρόμο. Θα φανούν αυτοί που πραγματικά αξίζουν να έχεις δίπλα σου. Γιατί μεγαλύτερη δοκιμασία από αυτή δεν υπάρχει. Αυτή που δυστυχώς δεν σε αφήνει ποτέ ξανά τον ίδιο και σε αναγκάζει να αρχίσεις και πάλι απ’ την αρχή.
Πολλές φορές έχουμε τη ψευδαίσθηση πως ετούτη η ζωή είναι αιώνια. Πως όταν ήμαστε ευτυχισμένοι, γινόμαστε άτρωτοι, αιώνιοι. Μα αλήθεια μια χούφτα στιγμές είναι αυτή η ζωή. Είναι μια μέρα λιακάδας με εκείνους που τόσο αγαπήσαμε στη μνήμη του μυαλού μας. Είναι αλήθεια όλες εκείνες οι μικρές στιγμές που πέρασαν και θεωρούσαμε δεδομένες.
Κι αυτό γιατί η άγνοια, μας κάνει να νομίζουμε πως τα αναπάντεχα συμβαίνουν πάντα στους άλλους, μα ποτέ στη δικιά μας πόρτα. Ποτέ στους ανθρώπους που αγαπάμε. Πάντα στους άλλους, ποτέ σε εμάς. Μα αλήθεια όλοι μας ήμαστε οι ίδιες σταγόνες σε ένα απέραντο ωκεανό. Σαν ξανασμίξουμε δεν έχουμε καμία διαφορά. Ούτε διακρίσεις υπάρχουν σε φτώχεια και πλούτη. Γιατί τον θάνατο κανένα άψυχο υλικό δεν τον εξαγόρασε και κανένα χαρτονόμισμα. Όσο μεγαλεπήβολα κι αν είναι τα κάστρα, θα βρίσκει πάντα τον τρόπο να τα διαπερνά. Άλλοτε αθόρυβα κι άλλοτε άτσαλα.
Γι’ αυτό σας λέω. Μια χούφτα στιγμές η ζωή μας. Το τώρα θα είναι πάντα το μέλλον που περιμένουμε. Καμία αναβολή δεν σηκώνει. Τίποτα δεν είναι δεδομένο σε αυτή τη ζωή. Γιατί δυστυχώς σε μια μονάχα μέρα μπορεί να χάσουμε όλη τη ζωή που γνωρίζαμε. Αυτήν που νομίζαμε πως θα κρατήσει για πάντα.

Δευτέρα 22 Απριλίου 2019

Δευτέρα 31 Δεκεμβρίου 2018

Πρωτοχρονιάτικα κάλαντα


Να τα πούμε; Χρόνια Πολλά !!!!



"Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά, 
ψηλή μου δεντρολιβανιά......"







💗Χρόνια Πολλά 🎅 Καλή Χρονιά💗
💝 🎅🎁🎉🎀 2025 🎀🎉🎁🎅 💝




Σάββατο 15 Δεκεμβρίου 2018

Να τα πούμε;

                                                                           Να τα πούμε;



Χριστουγεννιάτικα κάλαντα

Καλήν ημέραν άρχοντες,
αν είναι ορισμός σας,
Χριστού την θείαν Γέννησιν
να πω στ' αρχοντικό σας.

Χριστός γεννάται σήμερον
εν Βηθλεέμ τη πόλει.
Οι ουρανοί αγάλλονται
χαίρει η κτήσις όλη.

Εν τω σπηλαίω τίκτεται
εν φάτνη των αλόγων
ο Βασιλεύς των ουρανών
και Ποιητής των όλων.





Τα Κάλαντα των  Μοναστηρακιωτών Γορτυνίας

Καλήν ημέραν Άρχοντες, 

του Μοναστηρακίου τα παιδιά βγήκαν για να σας ευχηθούνε
 και τα κάλαντα να πούνε. 
Χριστός γεννάται σήμερον, 
έρχεται στο σπιτικό μας και μας γεμίζει με υγεία
 και απ’ το μόχθο μόνο οφέλη.

    Κι ο Άγιος Bασίλης ξεκινά στην Ψιλη - Ράχη μας ροβολά
και πάει στο Μοναστηράκι, φως να φέρει να διώξει το σκοτάδι.
    Γράφει για το Μοναστηράκι μας, της Γορτυνίας το καμάρι μας
ότι για πάντα θε να ζήσει, και για πάντα να ευτυχήσει 
και το Μοναστηράκι να ανθεί και πάντα να ευημερεί να ζει, 
να ζει να βασιλεύει κι ο κόσμος όλος να το παινεύει.
Και μέσα σ’ όλες τις ευχές, βάλτε άλλες χίλιες δικές μου γκαρδιακές.



    Τα τελευταία χρόνια έκανα Χριστούγεννα στο χωριό. Εκεί είναι όλα πιο απλά. Δεν έχει λαμπερά μαγαζιά, φώτα, βιτρίνες και ρεκλάμες, βουητά και πολυκοσμία. Λείπουν όλα αυτά τα «καλά» των αστικών κέντρων, όλα αυτά που θέλουμε καμιά 100στί χιλιόμετρα να τα βρούμε, αλλά «ευτυχώς» δεν μας τα στερεί η πανταχού παρούσα Τ.V.     
Ο κόσμος του χωριού είναι λιγοστός, άδειοι οι δρόμοι, η πλατεία, το σχολείο. 
Λίγα και τα παιδιά που λένε τα κάλαντα, τα αυτοκίνητα επίσης σπανίζουν, επισκέπτες μετρημένοι.
.................................................................................
Γυρίζω αρκετά χρόνια πίσω και αναπολώ … ….............................................................................
    Εκείνη τη χρονιά ο ξάδερφός μου ο Αγγελής και εγώ είχαμε μεγάλα σχέδια για τα κάλαντα. Είχαμε κάνει ήδη οκτώ και πλέον χρόνια καλαντοψαλσίματος ο καθένας μας, σ’ όλα τα είδη καλάντων, Χριστουγέννων, Πρωτοχρονιάς, Φώτων, και θεωρούσαμε τους εαυτούς μας από τους πλέον πεπειραμένους του είδους. 
Ξέραμε τα στενοσόκακα του χωριού απέξω κι ανακατωτά, ξέραμε τα σκυλιά και τα κουτάβια που θα μας έπαιρναν παραμάζεμα έτσι και πλησιάζαμε στη γειτονιά τους, είχαμε προσδιορίσει πότε ξύπναγε η κάθε σπιτονοικοκυρά για να πάμε πρώτοι να της ζητήσουμε να της πούμε τα κάλαντα, ξέραμε τα σπίτια που θα ξαπόστελναν λέγοντας «τα είπανε, τα είπανε» έστω κι αν γνωρίζαμε πολύ καλά ότι δεν τα είχε πει κανένας και ότι εμείς ήμαστε οι πρώτοι που κτυπούσαμε την πόρτα και, τέλος, ξέραμε και το τι θα μας έδινε ο κάθε νοικοκύρης για τον κόπο μας.
  -  Ο τάδε θα μας δώσει ένα πενηνταράκι, η δείνα δυο δεκάρες και από έναν κουραμπιέ. Σύνολον δραχμαί εξήντα, τριάντα για τον καθένα μας, το οποίον, δηλαδή, μεταφράζεται σε καμιά εικοσαριά καραμέλες γάλακτος από τον μπάρμπα-Θανάση, πέντε-έξι κομμάτια μπακλαβά από τη θειά - Πόπη και τα υπόλοιπα στον κουμπαρά για καμιά ώρα ανάγκης. Ανάλυση πλήρης και εμπεριστατωμένη.
Να την βλέπουν οι σημερινοί οικονομολόγοι και να τους κόβεται ο βήχας.
    Έχοντας όλα τα ανωτέρω υπόψη και βλέποντας τα πρώτα χρόνια της εφηβείας να πλησιάζουν αμείλικτα, υπενθυμίζοντάς μας ότι τα παιδιαρίσματα με τα κάλαντα και τα τέτοια θα έπρεπε να τελειώσουν σύντομα, θα έπρεπε, το λοιπόν, στη δύση της καλαντοψαλτικής μας σταδιοδρομίας, να κάνουμε κάτι το πρωτότυπο Κάτι το εντυπωσιακό! Κάτι που θα άφηνε ανεξίτηλο το πέρασμά μας από τα καλαντικά δρώμενα του Μοναστηρακίου και θα απόπνεε δέος και σεβασμό στις επόμενες γενιές των Μοναστηραίων.
 -Ρε ξέρεις ποιοι ήτανε αυτοί; να λένε. Μεγάλοι και τρανοί! Τσίφτηδες και καραμπουζουκλήδες. Καλαντοψάλτες με τα όλα τους.
  Εν πρώτοις σκεφτήκαμε ότι πρέπει να αλλάξουμε ρεπερτόριο. Δεν μπορεί, είπαμε, να λέμε κάθε χρονιά τα ίδια και τα ίδια. Μας έχει βαρεθεί ο κόσμος. Εδώ ένα κούρεμα κάνεις και αυτό θα πρέπει να το αλλάζεις χρονιά με τη χρονιά για να είσαι ωραίος και μοντέρνος.
Όχι τα κάλαντα.
Χώρια που τα κάλαντα, έτσι όπως τα λέγαμε στο χωριό, ήτανε και ολίγον μονόχνοτα και σου ερχότανε να κοιμηθείς, 
ανεξάρτητα από το τι προσπάθεια κατέβαλαν οι καλαντοψάλτες. Δεν είχανε, ρε παιδί μου, έτσι κάτι το ωραίο, το τσαχπίνικο, για να συγκινούνται οι καρδιές και να πέφτουνε τα πενηνταράκια. 
Πώς να το κάνουμε. 
   Αποφασίσαμε, το λοιπόν, να τα αλλάξουμε και αντί να πούμε τα δικά μας τα ντόπια, να πούμε τα «Αθηνιώτικα» που ήτανε και της μόδας εκείνη την εποχή. Μην κοιτάτε τώρα που αλλάξανε τα πράγματα και τα ντόπια κάλαντα προτιμούνται.
Μετά την ανωτέρω ριζοσπαστική απόφαση, σπάγαμε το κεφάλι μας τι άλλο θα μπορούσαμε να κάνουμε.
 - Να πάρουμε μαζί μας και ένα καραβάκι, είπα εγώ. Είναι Ελληνικό σύμβολο και θα εντυπωσιάζουμε. Το λέει και η δασκάλα.
- Σώπα ρε, μου λέει ο Αγγελής, που θα κουβαλάμε τώρα καράβια. Θα μας πάρουν στο ψιλό τα παιδιά. Τρίγωνα θα έχουμε.
- Τρίγωνα;
- Τι είναι τα τρίγωνα; του λέω εγώ
- Να είναι κάτι σιδεράκια, που ντάγκα-ντάγκα τα βαρούνε τα παιδιά και λένε τα κάλαντα. Έτσι το κάνουν στην Αθήνα.
- Ναι, αλλά εμείς δεν έχουμε τέτοια, ούτε που ξέρουμε πώς να τα βαράμε.
- Ρε ας τα φτιάξουμε, λέει ο Αγγελής, και θα δούμε πως θα τα βαράμε.
    Με τα έτσι, με τα αλλιώς, με έπεισε ο ξάδερφός μου να υιοθετήσουμε την ιδέα των τριγώνων και να αφήσουμε τα καράβια και τα τέτοια στην πάντα. Πέσαμε, το λοιπόν, με τα μούτρα στη δουλειά. Βρήκαμε κάτι σκουριασμένες σιδερόβεργες πίσω από ένα φράκτη, τις λυγίσαμε σιδερόβεργες ώστε να πάρουν τριγωνικό  και να ‘μαστε έτοιμοι να τα δοκιμάσουμε.
Τάκα-τάκα-τοκ, τάκα-τάκα-τοκ, τζίφος η υπόθεση. Ο ήχος που έβγαινε ήταν ξερός και κούφιος. Καμία σχέση με τον μελωδικό ήχο των τριγώνων που ακούγαμε στο ραδιόφωνο.
 - Να ρε, μου λέει ο Αγγελής , φταίει που τα βαστάμε με τα χέρια. Πρέπει να τα κρατάμε κρεμασμένα με σπάγκο ή με σύρμα. Βρίσκουμε κάμποση κοκκινο-κλωστή από ένα μασούρι που είχε για τον αργαλειό η μάννα, κόβουμε κάμποση από αυτήν, φτιάχνουμε θηλιές από τις οποίες θα κρατούσαμε κρεμασμένα τα τρίγωνα όταν θα τα κτυπούσαμε και να ‘μαστε έτοιμοι να ξαναδοκιμάσουμε τα έργα μας.
Ντάγκα-ντάγκα -νταγκ, ντάγκα-ντάγκα-νταγκ, καλύτερα μεν από πριν αλλά δεν μπορούσαμε να πούμε ότι ήμαστε ικανοποιημένοι. Τι να φταίει, τι να φταίει;
- Λες να φταίει το σίδερο; λέει ο Αγγελής, Έχει ένα κιλό σκουριά επάνω.
- Τι να σου πω, του λέω εγώ. Πού να ξέρω. Μπορεί…Ψάξε από δω, ψάξε από κει, δοκιμή στη δοκιμή, τελικά καταλήξαμε ότι θα έπρεπε να έφταιγε το ότι τα τρίγωνα δεν θα έπρεπε να είναι τελείως κλειστά, αλλά θα έπρεπε, το ένα άκρο τους να είναι ελεύθερο για να μπορεί να πάλλεται ανεμπόδιστα. Πιάσε το κοπίδι, φέρε το σφυρί, κόψε από δω, κοπάνα από κει, να σου το νέο μοντέλο έτοιμο.
Νταν-νταν-ντάν, νταν-νταν-ντάν, ντα-ντα-ντα-ντα-ντα-ντα-ντάννννν!
- Μεγάλε, αυτό ήτανε! Τα καταφέραμε! Μου λέει με ενθουσιασμό ο Αγγελής. Πράγματι, ο ήχος έβγαινε γλυκός, μελωδικός και κρυστάλλινος.

 Τώρα είμαστε έτοιμοι να βγούμε για τα κάλαντα.


  Την παραμονή των Χριστουγέννων δεν με έπαιρνε ο ύπνος. Με αγωνία πεταγόμουνα κάθε τόσο από το κρεβάτι για να κοιτάξω τι ώρα ήτανε. Φοβόμουνα βλέπετε μήπως και δεν με ξυπνήσει η μάννα μου και με πάρει ο ύπνος. Τελικά, κατά τις πέντε η ώρα το πρωί πάνω που μ’ έπαιρνε ο ύπνος, με σκούντηξε η μάννα μου, ετοιμάστηκα στο άψε-σβήσε, πήρα το τρίγωνο και βγήκα στο δρόμο για να πάω στο σπίτι του Αγγελή απ’ όπου θα ξεκινούσαμε για τα κάλαντα. Θα έπρεπε, λέει, να περάσουμε πρώτα από τα σπίτια που οι τσοπάνηδες θα έφευγαν νωρίς για τα μαντριά, μετά στα υπόλοιπα.. Όταν έφθασα στο σπίτι του Αγγελή, είδα τα φώτα αναμμένα.
- Έτοιμος; του λέω 
- Έτοιμος, μου λέει. 
- Φύγαμε, του λέω, και ξεχυθήκαμε στους δρόμους.
Ο ουρανός ήταν κατά-ξάστερος. Τα αστέρια λαμπύριζαν και τρεμόσβηναν μαγευτικά. Το κρύο ήταν τσουχτερό. Αυτό όμως ήτανε το τελευταίο που μας ένοιαζε εκείνη τη στιγμή. Είχαμε φάει ξεροπαγωνιές και ξεπαγιάσματα για τα κάλαντα που να σου φεύγουν τα σαγόνια από το τουρτούρισμα.
  Περπατούσαμε σαν τα αγρίμια στους σκοτεινούς δρόμους κοιτάζοντας με βουλιμία γύρω μπας και δούμε κανα σπίτι με φως. - Να η θεια-Σοφιά, έχει ξυπνήσει, λέει ο Αγγελής.
- Πάμε να της τα πούμε, λέω εγώ. Ταπα-ταπα-ταπα το ποδοβολητό στις σκάλες, τοκ-τοκ-τοκ-τοκ, το βρόντημα στην πόρτα.
- Να τα πούμε, είπαμε με μια φωνή.
Η πόρτα άνοιξε νωχελικά και η επιβλητική φιγούρα της θειάς προέβαλε στην πόρτα.
- Να τα πείτε; Άντε να τα πείτε, μιας και που ήρθατε, είπε με ύφος αποσβολωτικό η θεια.
Ντιν-ντιν-ντιν-ντιν-καλήν-ημέρα-άρχοντες,-αν-εί-αν-είναι-ορισμο-ός σας…
Γέμισε η γειτονιά και ο νυκτερινός ουρανός από τις φωνές μας και τον ήχο των τριγώνων.
- Χρόνια πολλά και του χρόνου θεια, είπαμε τελειώνοντας.
- Και του χρόνου παιδάκια μου, είπε η θεια και μας φίλεψε. Φύγαμε περιχαρείς για το επόμενο σπίτι.
   Εκείνο το πρωινό γυρίσαμε πολλά σπίτια. Σε άλλα μας υποδεχόντουσαν χαρωπά και μας άφηναν να πούμε τα κάλαντα, σε άλλα μας απόδιωχναν. Τελειώσαμε τη γύρα γύρω στις εννέα (9) η ώρα το πρωί.
Τα φιλοδωρήματα και τα φιλέματα που μαζέψαμε ήταν υπερ-αρκετά. Αισθανόμαστε πολύ ευχαριστημένοι και ικανοποιημένοι.
Έτσι, με τρίγωνα και με χαρές αποχαιρετίσαμε την ενεργό συμμετοχή μας στα κάλαντα. 
Από τότε έχουν περάσει χρόνια πολλά.
Διάφορες μόδες και νεωτερισμοί έχουν δοκιμαστεί κατά καιρούς από μικρούς και μεγάλους. Τα τρίγωνα και τα «Αθηνιώτικα» κάλαντα
έχουν γίνει πιο συχνά στο Μοναστηράκι. Τα λιγοστά παιδιά εξακολουθούν να περιδιαβαίνουν τις γειτονιές του χωριού τις παραμονές
των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς.. Είναι μάλιστα μόνο παιδιά επισκεπτών, που οι νοικοκυραίοι τα παρακαλούν να περάσουν από το σπίτι
τους και να πουν τα κάλαντα. Και είναι τόσο κρίμα διότι η εμπειρία του «καλαντοψαλσίματος» είναι τόσο συναρπαστική και τόσο ενδιαφέρουσα, έτσι ώστε να αφήνει ανεξίτηλες μνήμες σε όσους τη βιώνουν. 

Καλές Γιορτές και Καλή  χρονιά.

πρώτη δημοσίευση: 
Δεκέμβριος 2008 
στα "νέα του Μοναστηρακίου"