Σάββατο 5 Δεκεμβρίου 2020

 Η γουρνοχαρά 



Χριστούγεννα χωρίς χοιρινό κρέας δεν μπορούσαν να νοηθούν.

Οι περισσότερες αν όχι όλες οι οικογένειες στην  ελληνική ύπαιθρο εκτρέφανε το γουρούνι τους.



Εκεί γύρω στις απόκριες και λίγο πριν, έπαιρναν ένα μικρό γουρουνόπουλο 50 ως 60 ημερών και το ανάθρεφαν όλο το χρόνο μέχρι λίγο πριν τα Χριστούγεννα ή την Πέμπτη πριν την  Τσικνοπέμπτη που το έσφαζαν.

Η εκτροφή του γουρουνιού ήταν όλο τον καιρό, μια καθημερινή ασχολία του σπιτιού. Πρωί - βράδυ του πήγαιναν τον τενεκέ με το πλύμα, έτσι λεγόταν η τροφή που το τάιζαν, πίτουρα με νερό και αποφάγια.  

Τα τάιζαν βελανίδια, τυρόγαλα, καλαμπόκι κλπ. Την τροφή την έριχναν στον «κουρίτο», που ήταν μια γούρνα πελεκημένη από κορμό δέντρου ή από τσιμέντο στα νεότερα χρόνια.



    Από την πολλή τροφή και τον περιορισμό τους στα
κουμάσια τα γουρούνια πάχαιναν τόσο πολύ που δεν μπορούσαν να κουνηθούν.

    Θυμάμαι μια χρονιά το γουρούνι μας είχε παχύνει τόσο που δεν μπορούσε να σταθεί στα πόδια του. Η μάνα ανησύχησε μήπως αρρώστησε και ψοφήσει και μείνουμε χωρίς γουρούνι τα Χριστούγεννα!  Η γιαγιά που είχε πιο εμπειρία  την καθησύχασε λέγοντας ότι αυτό οφειλόταν στο υπερβολικό βάρος του ζώου…

    Έτσι όταν το έσφαζαν, το γουρούνι είχε περάσει κατά πολύ τα 100 κιλά.

    Μάλιστα μια πρακτική μέθοδος για να υπολογίσουν, πόσα κιλά πήγε το σφάγιο, ήταν η εξής: έκοβαν και ζύγιζαν το κεφάλι και το πολλαπλασίαζαν επί δέκα.

    Όσο μεγαλύτερο και παχύτερο γινόταν, τόσο μεγαλύτερη η χαρά της αφθονίας στο σπιτικό!... Μάλιστα αναζητούσαν και ράτσες τέτοιες που να αποθηκεύουν πολύ λίπος μέσα από το δέρμα τους, για να εξασφαλιστεί και η λίπα, για τα μαγειρέματα της χρονιάς. Υπήρχαν τα κρεατογούρουνα (για περισσότερη παραγωγή κρέατος) και τα λιπογούρουνα (με άφθονο λίπος).

Η σφαγή λοιπόν όλων των γουρουνιών γινόταν κάθε χρόνο, και είχε πάρει πλέον εθιμοτυπικές διαστάσεις. Πράγματι ήταν ένα έθιμο, με τελετουργικές προεκτάσεις και ρίζες βαθιά στους αιώνες. Να όμως που τα τελευταία χρόνια στα χωριά έχει εξαλειφθεί. Σε μερικά χωριά, ίσως και μετρημένα στα δάχτυλα  είναι αλήθεια, το ίδιο έθιμο, συνεχίζει να έχει την αίγλη και την σημασία του, αλλά μη φανταστείτε οτι το συναντάς σε όλα τα νοικοκυριά.


Αυτή την ημέρα τα σκουσμάρια των θυμάτων βούιζαν σε όλες τις γειτονιές, ήταν ημέρα θυσίας, και  το αίμα έβαφε κατακόκκινα όλα τα σοκάκια .

Η ημέρα της σφαγής ήταν πανηγύρι. Με το χάραμα ο νοικοκύρης άναβε στην αυλή μια καλή φωτιά και έβαζε ένα λεβέτι με νερό να βράσει. Στη συνέχεια με διάφορες παλιοσανίδες, έφτιαχνε ένα πάγκο χαμηλό.



    Άρχισαν και μαζεύονταν   οι περισσότεροι άνδρες του σογιού με τα μαχαίρια τους, μαζί και ο καλός γείτονας και οι συμπέθεροι. Όλοι αυτοί ήταν το συνεργείο που έσφαζε όλα τα γουρούνια των  συγγενών οικογενειών. Τέτοια συνεργεία γινόνταν πολλά στο χωριό. Ο μεγαλύτερος απ’ όλους, για λόγους σεβασμού και τιμής, ήταν ο κύριος σφάχτης. Μπουρδούκλωναν το γουρούνι, το έριχναν κάτω, έπεφταν όλοι επάνω του  και το κρατούσαν ακίνητο. Σε αυτές τις στιγμές τα σκουσμάρια των γουρουνιών  σήκωναν το χωριό στο πόδι. Ο σφάχτης έπαιρνε την κατάλληλη θέση και χραπ έκανε μια μεγάλη τομή στο λαιμό. 
    Η τομή σφαγής ήταν σταυροειδής περίπου αφενός  ο σταυρός ως επίκληση της ευλογίας του Κυρίου και αφετέρου για να φθάσει το μαχαίρι, έλεγαν, βαθιά στην καρδιά. Πόσες φορές, την ώρα που κρατούσαν το γουρούνι ακίνητο, αυτό έδινε μία και πεταγόταν επάνω. Τα έπαιρνε όλα αμπάριζα. Καμιά φορά και με τα αίματα στο λαιμό. 


    Συνάμα ο σφάχτης έκοβε και τον καρούτζο του γουρουνιού και τον έδινε στη νοικοκυρά. Αυτή τον έπλενε από τα αίματα που έτρεχαν, του έριχνε μπόλικο χοντρό αλάτι και τον έβαζε στα κάρβουνα της φωτιάς που είχαν το λεβέτι και έβραζε το νερό.  

Ήταν ο πρώτος μεζές και όλοι έπαιρναν από ένα κομματάκι, έπιναν και ένα ποτηράκι κρασί έτσι και να οι ευχές για κάθε καλό. Αφού το γουρούνι τα κακάρωνε και το αίμα έτρεχε ποτάμι, άλλοι από τα πόδια και άλλοι από τα αυτιά, το σήκωναν και το τοποθετούσαν επάνω στον πάγκο.  

Αμέσως έριχναν βραστό νερό επάνω στο σφάγιο, λίγο-λίγο με τη σειρά, και το σκέπαζαν με λινάτσες ή παλιολιόπανα για να πάρει το δέρμα, να μαλακώσει. Σε λίγο, άλλος από εδώ και άλλος από εκεί, το μαδούσαν και το ξύριζαν βαθιά με τα μεγάλα τους χασαπομάχαιρα. Τόσο βαθιά που αφαιρούσαν και την πέτσα, την επιδερμίδα. Αυτά τα μαχαίρια δεν τα χρησιμοποιούσαν αλλού. Τα είχαν μόνο για τα γουρούνια. Σε άλλα μέρη δεν τα μαδούσαν αλλά τα έγδερναν. Αφαιρούσαν δηλαδή ολόκληρο το δέρμα, το τομάρι. μαδητό ή γδαρτό. Αυτή η εργασία ήταν δύο ώρες περίπου, οπότε μετά, κάποιος που νόγαγε έκανε τον  εκσπλαχνισμό.


 


Στις γουρνοσφαγιές οι δουλειές μοιράζονται: οι άνδρες σφάζουν γδέρνουν, τεμαχίζουν… οι γυναίκες μαγειρεύουν, τηγανίζουν, σερβίρουν… τα παιδιά έχουν βοηθητικές δουλειές ανάλογα με την ηλικία τους…
     Τα παιδιά που παρακολουθούσαν τη διαδικασία περίμεναν πως και πως να πάρουν «τη φούσκα» του γουρουνιού, την έτριβαν στη στάχτη  και τη φούσκωναν, τη στέγνωναν και την είχαν για μπάλα. Αυτά σε μια εποχή που η μπάλα ήταν σπάνιο είδος!



    Ένα κομμάτι από το λίπος της κοιλιάς το κρεμούσαν στην αποθήκη για να το διατηρήσουν και να το χρησιμοποιήσουν το χειμώνα ως αλοιφή για τις πληγές. Ίσχυαν τότε οι κανόνες της πρακτικής ιατρικής στο χωριό…
    Ακολουθούσε η διαδικασία του γδαρσίματος του ζώου, το οποίο κρεμόταν με το κεφάλι κάτω, σε ένα γερό τσιγκέλι. 


    Το  γδαρμένο ζώο έμενε κρεμασμένο να παγώσει, με ένα λεμόνι στο στόμα,  και την επομένη των Χριστουγέννων γινόταν το τεμάχισμα, λιάνισμα σε κομμάτια ανάλογα με τη χρήση του…

Τότε αφαιρούνταν σε μεγάλες λουρίδες και το λίπος με ελάχιστο κρέας, το οποίο  στη συνέχεια οι νοικοκυρές το έλιωναν σε μεγάλα καζάνια και παρασκεύαζαν τις τσιγαρίδες! 

Οι τσιγαρίδες τρώγονται ζεστές εκείνη τη στιγμή που γίνονται, αλλά διατηρούνται και για άλλες μέρες. Μερικές τις έριχναν στα δοχεία με το λίπος και τις κατανάλωναν κατά τη διάρκεια του χειμώνα.
Μοσχοβολούσε το χωριό από τη μυρωδιά της τσιγαρίδας εκείνη τη μέρα!
 
    Το λίπος αποθηκευόταν σε πήλινα δοχεία με φαρδύ στόμιο τις «λαϊνες» ή σε τενεκέδες στα νεότερα χρόνια και χρησιμοποιούνταν όπως το λάδι. Ιδιαίτερα σε περιοχές που έλειπε το λάδι.

     Για τη μέρα  των Χριστουγέννων και την Πρωτοχρονιά  κρατούσαν το  πιο καλό ψαχνό κρέας. Με το κεφάλι, τα πόδια και την ουρά φτιάχνανε τα πατσά. Αγαπημένο πιάτο του πατέρα μου… Με ψαχνό κρέας ψιλοκομμένο έκαναν κεφτέδες και λουκάνικα…
Τίποτα σχεδόν δεν πετούσαν από το γουρούνι.

    Η επομένη ήταν η ημέρα της οματιάς. Από το βράδυ οι γυναίκες του σπιτιού είχαν γεμίσει μερικά έντερα, λεπτά και χοντρά, με μπλιγούρι και τα άλλα σχετικά, που ήταν καυκαλίδες, σταφίδες και ξέσμα από πορτοκάλι. Έτσι την άλλη μέρα, πρωί-πρωί, τα ταψιά τα έριχναν στο φούρνο. Για το γέμισμα οι γυναίκες είχαν κάτι ειδικά μικρά χωνάκια. Από το πρώτο ξεφούρνισμα, όλες οι ρούγες και τα σοκάκια μοσχοβόλαγαν.


    Εν τω μεταξύ, κάθε βραδάκι στο παραγώνι με τα κούτσουρα στο τζάκι, ξεροψηνόταν και καμιά μπριζόλα και έτσουζαν τα ποτηράκια. Από κοντά και ο παππούς με τη γιαγιά. Κι ας το είχε απαγορέψει ο γιατρός, κι ας ήταν κοψίδι το έρμο.

    Την άλλη βδομάδα «λειώνανε» τα γουρούνια. Σε ένα αγκωνάρι της αυλής – απάγκιο – έβαζαν το λεβέτι στη φωτιά και έριχναν μέσα διαδοχικά, όλα τα τεμαχισμένα κομμάτια του σφαγίου, που τα ανακάτευαν με ένα μεγάλο ξύλο σαν κουτάλι , και όλα έπαιρναν μια καλή βράση. Αυτά τα γουρούνια που έσφαζαν ήταν παχιά και έβγαζαν μπόλικο λίπος. Αυτό με το βράσιμο έλειωνε και το περιέχυναν στις στάμνες και στους τενεκέδες, όπου έβαζαν τα υπόλοιπα κομμάτια. Ήταν η γνωστή λίγδα που τα πρώτα χρόνια  τη χρησιμοποιούσαν για τηγάνισμα σαν λάδι καθώς και για βούτυρο στις φέτες των παιδιών.


     Μαζί με τα κρέατα έβραζαν και τα λουκάνικα που ήταν λεπτά έντερα, γεμισμένα από τη νοικοκυρά, με εντόσθια και πικάντικη γέμιση  με πολλά καρυκεύματα.

     Αφού έβραζαν όλα τα κομμάτια, μετά τα έβαζαν στις στάμνες και στους τενεκέδες και αφού τις παραγέμιζαν με λίγδα οι ξακουστές τσιγαρίδες ήταν έτοιμες.


       Από το δέρμα του, το «γουρνοτόμαρο», προπολεμικά αλλά και μεταπολεμικά έφτιαχναν παπούτσια: «τα γουρνοτσάρουχα» ή « γουρνοθηλιές». Αναφερόμαστε σε μια εποχή που οι άνθρωποι δεν είχαν τη δυνατότητα να αγοράσουν παπούτσια, γιατί ήταν ακριβά και δυσεύρετα στα χωριά. «Τότε πατούσαμε στα χιόνια με τα πατρικά μας», έλεγε χαρακτηριστικά ο πατέρας μου, θέλοντας να τονίσει την ξυπολυσιά και τη σκληραγωγία που βίωσε στα παιδικά του χρόνια…Σήμερα έχουμε πληθώρα υποδημάτων…Οι γυναίκες κυρίως, γίναμε «σαρανταποδαρούσες!».



    Η αλληλεγγύη ήταν πολύ ανεπτυγμένη στο χωριό. Δεν έπρεπε να μείνει καμιά οικογένεια χωρίς χοιρινό τις μέρες των Χριστουγέννων. Γι’ αυτό εκείνοι που είχαν έδιναν λίγο κρέας σε κείνους που δεν είχαν γουρούνι.

    Ένα πανίσχυρο έθιμο ήταν, όταν μια οικογένεια είχε χάσει κάποιο μέλος και πενθούσε, τότε κατά τη χρονιά αυτή δεν έσφαζε γουρούνι τις απόκριες, ούτε και αρνί το Πάσχα. Μαζί με τη λυπημένη ψυχή που απαρνιόταν τους χορούς και τα τραγούδια, σιγοντάριζε και το σώμα όχι μόνο με την εμφάνιση αλλά και τη νηστεία και τη στέρηση. Αυτές τις οικογένειες, πολλάκις, τις φίλευαν οματιά και λίγο κρέας ο συγγενής, που ήταν λίγο πιο έξω από το πένθος και η καλή γειτόνισσα. 

    Εκτιμώ, ότι η αλληλεγγύη και η φιλοξενία ήταν και εξακολουθεί να είναι στα χωριά μας, από τις μεγαλύτερες αρετές μας!



πηγές: https://www.katafylli.gr

           https://yannitsochori.blogspot.com


Πέμπτη 3 Δεκεμβρίου 2020

 

ΕΜΠΟΡΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΑΘΗΝΩΝ
ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ  1949

Το Γορτυνιακό δαιμόνιο ..... 

ανταγωνίζεται τους Εβραίους !!!

       Προοδευτικοί Γορτύνιοι, έμποροι υφασμάτων και ανδρικών ειδών, αναδειχθέντες δια της εργατικότητάς των, επρωτοστάτησαν εις την ίδρυσιν τον Απρίλιον του 1949, ενός εμπορικού καταστήματος το οποίον αποτελεί πρότυπον εις το είδος του και φέρει τον τίτλον Εμπορικός Συνεταιρισμός Αθηνών. Τούτο ευρίσκεται επί της Πλατείας Παλαιού Δημοπρατηρίου αρ. 9 (Αιόλου και Μητροπόλεως), εν Αθήναις και επλουτίσθη με πλουσίαν συλλογήν Ανδρικών και Γυναικείων υφασμάτων και με ποικιλίαν εκλεκτής ποιότητας ανδρικών ειδών (φανέλες, εσώβρακα, υποκάμισα, πυτζάμες κ.λ.π.)


Διευθυντής του καταστήματος είναι : 
ο κ. Σταμάτιος Ροδόπουλος 
εκ Μοναστηρακίου
Το Διοικητικόν Συμβούλιον του Συνεταιρισμού, αποτελούν:
Πρόεδρος: 
ο εκ Βυδιακίου κ. Ιωάννης Γεωργακέλλος 
Αντιπρόεδρος: 
ο εκ Μοναστηρακίου κ. Χρίστος Ροδόπουλος , 
Γραμματεύς: 
ο εκ Βυδιακίου κ. Γεωργ. Δημόπουλος  
Ταμίας: 
ο εκ Μεγαλουπόλεως κ. Σμυρνής Αθανάσιος  
και 
σύμβουλος
ο εκ Μοναστηρακίου  κ. Χαρ. Ροδόπουλος .

Τρίτη 10 Νοεμβρίου 2020

 

Τα λιοτρίβια του περασμένου αιώνα

στο Μοναστηράκι



η φωτο είναι από το λιοτρίβι του Πανόπουλου (Μοναστηράκι)

Τρία λιοτρίβια λειτουργούσαν στο χωριό μας :

α)  του Φλέσσα  β) του Πανόπουλου  και γ) του Ροδόπουλου 

Τα παλιά ελαιοτριβεία ήταν εξ ολοκλήρου χειροκίνητα και αλογοκίνητα (ή και μουλαροκίνητα) .

Αλογοκίνητο ήταν το «λιθάρι» που συρόταν από το άλογο γύρω - γύρω, όπως στο μαγκανοπήγαδο κι έσπαζε τις ελιές.

Χειροκίνητο ήταν το πιεστήριο, που το δούλευαν άνθρωποι, γυρίζοντας πέρα - δώθε ένα κυπαρισσόκορμο.

Το πιεστήριο συνδεόταν με έναν όρθιο περιστρεφόμενο άξονα, τον «εργάτη», που ολόγυρά του τυλίγονταν και ξετυλίγονταν ένα χοντρό καραβόσκοινο με το «βίντζι». Το βίντζι, συνδεόταν με τον κυπαρισσόκορμο του πιεστηρίου για να το κατεβάζει και να αυξάνει τη πίεση.

Αργότερα τα πιεστήρια έγιναν υδραυλικά και καταργήθηκε ο «εργάτης» και οι εργάτες που δούλευαν σ’ αυτόν.

 Πιο αργότερα καταργήθηκαν και τα άλογα, γιατί ήρθαν οι πετρελαιομηχανές και κινούσαν αυτές τα λιθάρια. Με τον καιρό η όλη εγκατάσταση και λειτουργία των λιοτριβιών άλλαξε και το λιοτρίβι πήρε το όνομα εργοστάσιο και όλα γίνονταν πιο γρήγορα, πιο καλά, πιο καθαρά και πιο άκοπα για τους εργάτες και για τους ίδιους τους παραγωγούς.

 Ας δούμε πως γινόταν η λειτουργία χειροκίνητων και αλογοκίνητων ελαιοτριβείων;

Μπαίνοντας μέσα, δεξιά ή αριστερά ήταν το «παχνί» όπου στεκόταν και ξεκουραζόταν και έτρωγε το άλογο.

Στην άλλη πλευρά - γωνία ήταν μία ή δύο ή τρεις θέσεις - βραγιές - επί του εδάφους που ρίχνονταν ο ελαιόκαρπος σε σωρούς.

Σε ντάνες από τσουβάλια, χώριζαν τον καρπό του ενός νοικοκύρη από τον καρπό του άλλου.

Στη μέση του λιοτριβιού (όλου του χώρου - αποθήκης) ήταν ένα ψηλό λιθόχτιστο αλώνι πλακοστρωμένο, ελαφρά γυρτό προς τα μέσα, αλλά στο κέντρο επίπεδο για να γυρίζει το λιθάρι. Επειδή πάνω σ’ αυτό το πέτρινο αλώνι γύριζε το λιθάρι, όλο το τμήμα αυτό του λιοτριβιού λεγόταν «λιθάρι». Στη μέση αυτού του αλωνιού υψωνόταν όρθιος ένας άξονας και από αυτόν ένας άλλος κάθετα (οριζόντια) αυτού, που έμπαινε στο κέντρο του κυκλικού λιθαριού.

Ο τελευταίος άξονας προχωρούσε γυρτός και έβγαινε έξω από την περιφέρεια του αλωνιού. Εκεί έστεκε το άλογο, όπου με μια λαιμαριά και τα ανάλογα λουριά το έδεναν στο «λιθάρι».

Όταν ερχόταν η ώρα να αλέσει το λιθάρι, ο αλογάτορας έβαζε τον καρπό επάνω στο αλώνι γύρω - γύρω στη γυρτή προς τα μέσα επιφάνειά του.

 Για να γίνει καλύτερη και γρήγορη η σύνθλιψη του καρπού, έπρεπε το άλογο να τρέχει και εδώ ακριβώς ήταν η γραφικότητα του λιοτριβιού που ξετρέλαινε τα παιδιά. Ο αλογάτορας βίτσιαζε και χούγιαζε το άλογο να τρέχει, περνούσε τη βίτσια πίσω στο σβέρκο του ή στο ζουνάρι του, για να λευτερώσει τα χέρια του, κι άρπαζε το φτυάρι για να «ταΐζει» το λιθάρι. Έδινε μια βιτσιά στο άλογό του, κι αυτός από πίσω τρέχοντας με το φτυάρι στο χέρι έριχνε λίγο - λίγο τον καρπό μπροστά στο λιθάρι ,στην επίπεδη επιφάνια του αλωνιού.

Όταν όλος ο καρπός ριχνόταν στο λιθάρι, συνθλιβόταν καλά και γινόταν «πολτός». Πίσω από την θέση του «λιθαριού», ή στην άλλη πλευρά του λιοτριβιού, ήταν τα υπόλοιπα τμήματα: δεξιά ή αριστερά ήταν η φωτιά με το μεγάλο καζάνι για το «θερμό», απαραίτητο για το μεγάλο καθάρισμα του λαδιού. Εκεί καίγονταν τεράστια κούτσουρα.

Πιο πέρα, με μέτωπο προς το «λιθάρι» ή και όχι, ήταν στημένο το πιεστήριο και μπροστά του η σκάφη για να πέφτει το λάδι. Εκεί κοντά ήταν και η μεγάλη κασόνα που έριχναν τον πολτό. Έπαιρναν τον πολτό από την κασόνα, γέμιζαν τους ντροβάδες και τους τοποθετούσαν τον ένα πάνω στον άλλο στο πιεστήριο. Εδώ παίζει σημαντικό ρόλο ο ανθρώπινος παράγοντας αφού δεν είναι μηχανοκίνητο. Δυο και τρεις εργάτες μαζί κατέβαζαν το πιεστήριο με το κυπαρισσόκορμο με όλη τους τη δύναμη προς τα πάνω.  Η διαδικασία αυτή δεν είναι εύκολη αφού είναι επίπονη και χρονοβόρα, καθώς το υγρό που περιείχε ο πολτός, το ζυμάρι, όπως έλεγαν, ρέει με αργούς ρυθμούς.  Αφού λοιπόν συγκεντρωθεί το ακάθαρτο αυτό ελαιόλαδο μεταφέρεται στη λίμπα, που έιναι ένα είδος στέρνας, και αναμειγνύεται με αναβραστό νερό από τα καζάνια.

Πρέπει να τονίσουμε ότι τα δύο γραφικότερα σημεία του λιοτριβιού ήταν το «λιθάρι» και ο «εργάτης».




Έπειτα από την πίεση των ντροβαδων, αδειάζονταν τα «λιοκόκκια» και ο «κουμανταδόρος», πρέπει να διαχωρίσει το νερό από το λάδι. Η διαδικασία που ακολουθεί είναι πολύ λεπτή και χρονοβόρα καθώς ένας εργάτης,  με μια κανάτα αφαιρεί το λάδι που έχει κορφιάσει, χωρίς όμως να μπορεί να το κάνει γρήγορα για να μη μαζέψει και νερό.  Αυτή η εργασία απαιτούσε εμπειρία και υπομονή καθώς δεν υπήρχε η δυνατότητα να δεί ούτε το σημείο που βρίσκεται η επιφάνεια του νερού ούτε πόσο λάδι απέμεινε.

Όλη η διαδικασία συνεχιζόταν από την αρχή, ώσπου τελείωνε ο καρπός του νοικοκύρη για να γίνει ο «μέτρος» από τον «καραβοκύρη».

Επειδή τούτο γινόταν σε απρόβλεπτη ώρα, μέρα ή νύχτα, και έπρεπε στη συνέχεια να ρίξει άλλος νοικοκύρης τον καρπό του, έβγαινε στη πόρτα του λιοτριβιού ένας εργάτης με ένα χωνί στο στόμα και καλούσε το νοικοκύρη που τέλειωσε ο καρπός για το «μέτρο» και τον επόμενο για να παραβρεθεί στο ρίξιμο του δικού του καρπού (αυτό ήταν και μια έμμεση ειδοποίηση για να φέρει την «τσίτσα» με το κρασί, σύκα, καρύδια, χαλβά και ότι άλλο καλύτερο είχε η νοικοκυρά, για αρχή βέβαια και στη συνέχεια θα έφερνε κόκκορα για φαγητό».
Επικεφαλής της όλης εργασίας του λιοτριβιού ήταν ο «καραβοκύρης» που πιθανόν να είχε
 αυτό το όνομα από το «καραβοκύρης» του καραβιού, ο αρχηγός, ο καπετάνιος.

Έπρεπε να είναι άνθρωπος της εμπιστοσύνης του ιδιοκτήτη, να ξέρει να μιλάει καλά και πειστικά στους πελάτες, να ξέρει λίγο να... «κλέβει» για λογαριασμό του αφεντικού και να ξέρει να τους ευχαριστεί όλους.

Η όλη διαδικασία της ελαιοπαραγωγής τελείωνε με τη μεταφορά του λαδιού με λαδούσες στο «ντεπόζιτο» του σπιτιού, που περίμενε καθαρό να δεχτεί τη νέα σοδειά. Η χαρά του οικογενειάρχη, και των άλλων μελών, ήταν μεγάλη. Ένιωθε πολλή σιγουριά και ζεστασιά, όταν έβλεπε το σπίτι  του γεμάτο λάδι. Γιατί το λάδι τρώγεται ατόφιο, δεν είναι σαν τη σταφίδα και τα σύκα. Και τρώγεται αλλά και φώτιζε παλιά. Όποιος είχε το λάδι του και το ψωμάκι του, είχε τα βασικά, δε φοβόταν.

Έπειτα τα αγροτικά σπίτια, τότε, είχαν και κάτι άλλο: το παστό τους, το τυρί τους, τις κότες τους, τα λάχανά τους κλπ. Γι’ αυτό η καλή παραγωγή λαδιού έκλεινε και χαιρετιζόταν και με τις περίφημες «τηγανίτες» που τρώγονταν με ζάχαρη ή μέλι ή και πετιμέζι και ήταν των παιδιών η μεγάλη γιορτή, αλλά και των μεγάλων απαραίτητο έθιμο για «καλή χρονιά» και για καλύτερη σοδειά του χρόνου.

 

Η διαφορά του συγκεκριμένου ελαιουργείου από τα σύγχρονα έχει να κάνει αποκλειστικά με την ποιότητα του παραγόμενου ελαιολάδου. Παράγεται η καλύτερη ποιότητα γιατί δεν υπάρχουν τριβές, η θερμοκρασία δεν είναι μεγάλη και έτσι δεν καταστρέφονται τα ωφέλιμα του λαδιού, που είναι οι βιταμίνες Ε και όλα τα άλλα ιχνοστοιχεία.


φωτογραφίες :  στη Ζάβετη το 1998







(Πηγή: http://meropitopik.blogspot.com).

Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2020

Κων/ος Θ. Αλεξόπουλος  (Κωστής)

(1930 - 2014) 

Κων/ος Θ. Αλεξόπουλος, από το Βελημάχι (1930-2014), παντρεύτηκε στο Μοναστηράκι την Αλεξάνδρα (Αλέξω) Πατσή.

Υπηρέτησε στο Σώμα της Χωροφυλακής *, στο χωριό Κούμανι.

Αφότου παντρεύτηκε αποχώρησε από το Σώμα και μετακόμισε με την οικογένειά του (τρία παιδιά τότε) στην Αθήνα όπου και εργάστηκε ως ιδιωτικός υπάλληλος, αποκτώντας ένα ακόμα παιδί.  


με τα δυο μεγαλύτερα παιδιά του

με τα δυο μεγαλύτερα παιδιά του 



όλη η οικογένεια 

από αριστερά: Κωστής , Γιάννης, Αλέξω, Θοδώρα (Λόλα), Ανδρέας, Δήμητρα 

........

Αγαπούσε και εκτιμούσε τον συνάνθρωπό του.

Χαρακτηριστικά αναφέρω το εξής:

Τον καιρό που υπηρετούσε στη Χωροφυλακή, ο Διοικητής του τον διέταξε να δώσει σε κρατούμενο βουρδουλιές, όχι μόνο δεν το έκανε, αλλά  βούτηξε το διοικητή από το γιακά και του είπε: «θα σε αναφέρω, δεν είναι αυτός τρόπος συμπεριφοράς στους συνανθρώπους μας».

Άλλη φορά, όταν συνόδευε κρατούμενο για να δικαστεί στον Πύργο για χρέη, στο δρόμο συζητώντας τον λυπήθηκε και τελικά κατέληξε να δώσει το μισθό του, να του πληρώσει τα χρέη και να  τον αθωώσει το Δικαστήριο και να γυρίσει ο φτωχός στην οικογένειά του.

Αυτός ήταν ο θείος μου (επιτρέψτε μου να καμαρώνω), ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ που άμα του έκλεινες το δρόμο, δεν σου ζήταγε το λόγο, αλλά έστριβε και πέρναγε ήρεμος παραδίπλα.

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ που άμα τον «χαστούκιζες», σου γύρναγε και το άλλο μάγουλο.

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ που άμα τον πρόσβαλες, δεν βάσταγε κακία, το προσπερνούσε, το ξέχναγε την ίδια ώρα.

Με λίγα λόγια ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ – ΠΡΟΒΑΤΟ.

Ευσεβής και ευλαβής που διάβαζε μέρα - νύχτα την ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ, (είχε κάνει και ένα διάστημα καλογεροπαίδι, για να αποφύγει τους αντάρτες).

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ που στο τσεπάκι του είχε την Επιστολή του Κυρίου και όποιον και όπου συναντούσε τον σταύρωνε και του διάβαζε ευχές για ΥΓΕΙΑ.

Χαρακτηριστικές του φράσεις : « βζουμ» , «για ένα χου χάνομαι».



*  Δυο λόγια για τα Σώματα Ασφαλείας.

 Η Χωροφυλακή ήταν ένα σώμα σαφώς μεγαλύτερο από την Αστυνομία Πόλεων (η οποία είχε τότε μόλις 10 -12 χιλιάδες άτομα).

Ιδρύθηκε το 1920 και το 1984 συγχωνεύθηκε με την Αστυνομία Πόλεων στη σύγχρονη Ελληνική Αστυνομία.

Αποστολή της ήταν η αστυνόμευση όλης της Ελληνικής Επικράτειας, εκτός του κέντρου των πόλεων της Αθήνας, της Κέρκυρας, της Πάτρας και του Πειραιά.

Υπό την ευθύνη της Ελληνικής Χωροφυλακής τελούσαν τα Δικαστικά Μέγαρα, η Βουλή, τα Ανάκτορα και η ασφάλεια υψηλών προσώπων σε όλη την επικράτεια.

Τα δυο Σώματα ήταν αυτόνομα, είχαν τον δικό τους αρχηγό και υπάγονταν στο Υπουργείο Δημόσιας Τάξης. Μόνο σε εξαιρετικά σοβαρές περιπτώσεις, υπήρχε συνεργασία των δύο Σωμάτων