Τρίτη 10 Νοεμβρίου 2020

 

Τα λιοτρίβια του περασμένου αιώνα

στο Μοναστηράκι



η φωτο είναι από το λιοτρίβι του Πανόπουλου (Μοναστηράκι)

Τρία λιοτρίβια λειτουργούσαν στο χωριό μας :

α)  του Φλέσσα  β) του Πανόπουλου  και γ) του Ροδόπουλου 

Τα παλιά ελαιοτριβεία ήταν εξ ολοκλήρου χειροκίνητα και αλογοκίνητα (ή και μουλαροκίνητα) .

Αλογοκίνητο ήταν το «λιθάρι» που συρόταν από το άλογο γύρω - γύρω, όπως στο μαγκανοπήγαδο κι έσπαζε τις ελιές.

Χειροκίνητο ήταν το πιεστήριο, που το δούλευαν άνθρωποι, γυρίζοντας πέρα - δώθε ένα κυπαρισσόκορμο.

Το πιεστήριο συνδεόταν με έναν όρθιο περιστρεφόμενο άξονα, τον «εργάτη», που ολόγυρά του τυλίγονταν και ξετυλίγονταν ένα χοντρό καραβόσκοινο με το «βίντζι». Το βίντζι, συνδεόταν με τον κυπαρισσόκορμο του πιεστηρίου για να το κατεβάζει και να αυξάνει τη πίεση.

Αργότερα τα πιεστήρια έγιναν υδραυλικά και καταργήθηκε ο «εργάτης» και οι εργάτες που δούλευαν σ’ αυτόν.

 Πιο αργότερα καταργήθηκαν και τα άλογα, γιατί ήρθαν οι πετρελαιομηχανές και κινούσαν αυτές τα λιθάρια. Με τον καιρό η όλη εγκατάσταση και λειτουργία των λιοτριβιών άλλαξε και το λιοτρίβι πήρε το όνομα εργοστάσιο και όλα γίνονταν πιο γρήγορα, πιο καλά, πιο καθαρά και πιο άκοπα για τους εργάτες και για τους ίδιους τους παραγωγούς.

 Ας δούμε πως γινόταν η λειτουργία χειροκίνητων και αλογοκίνητων ελαιοτριβείων;

Μπαίνοντας μέσα, δεξιά ή αριστερά ήταν το «παχνί» όπου στεκόταν και ξεκουραζόταν και έτρωγε το άλογο.

Στην άλλη πλευρά - γωνία ήταν μία ή δύο ή τρεις θέσεις - βραγιές - επί του εδάφους που ρίχνονταν ο ελαιόκαρπος σε σωρούς.

Σε ντάνες από τσουβάλια, χώριζαν τον καρπό του ενός νοικοκύρη από τον καρπό του άλλου.

Στη μέση του λιοτριβιού (όλου του χώρου - αποθήκης) ήταν ένα ψηλό λιθόχτιστο αλώνι πλακοστρωμένο, ελαφρά γυρτό προς τα μέσα, αλλά στο κέντρο επίπεδο για να γυρίζει το λιθάρι. Επειδή πάνω σ’ αυτό το πέτρινο αλώνι γύριζε το λιθάρι, όλο το τμήμα αυτό του λιοτριβιού λεγόταν «λιθάρι». Στη μέση αυτού του αλωνιού υψωνόταν όρθιος ένας άξονας και από αυτόν ένας άλλος κάθετα (οριζόντια) αυτού, που έμπαινε στο κέντρο του κυκλικού λιθαριού.

Ο τελευταίος άξονας προχωρούσε γυρτός και έβγαινε έξω από την περιφέρεια του αλωνιού. Εκεί έστεκε το άλογο, όπου με μια λαιμαριά και τα ανάλογα λουριά το έδεναν στο «λιθάρι».

Όταν ερχόταν η ώρα να αλέσει το λιθάρι, ο αλογάτορας έβαζε τον καρπό επάνω στο αλώνι γύρω - γύρω στη γυρτή προς τα μέσα επιφάνειά του.

 Για να γίνει καλύτερη και γρήγορη η σύνθλιψη του καρπού, έπρεπε το άλογο να τρέχει και εδώ ακριβώς ήταν η γραφικότητα του λιοτριβιού που ξετρέλαινε τα παιδιά. Ο αλογάτορας βίτσιαζε και χούγιαζε το άλογο να τρέχει, περνούσε τη βίτσια πίσω στο σβέρκο του ή στο ζουνάρι του, για να λευτερώσει τα χέρια του, κι άρπαζε το φτυάρι για να «ταΐζει» το λιθάρι. Έδινε μια βιτσιά στο άλογό του, κι αυτός από πίσω τρέχοντας με το φτυάρι στο χέρι έριχνε λίγο - λίγο τον καρπό μπροστά στο λιθάρι ,στην επίπεδη επιφάνια του αλωνιού.

Όταν όλος ο καρπός ριχνόταν στο λιθάρι, συνθλιβόταν καλά και γινόταν «πολτός». Πίσω από την θέση του «λιθαριού», ή στην άλλη πλευρά του λιοτριβιού, ήταν τα υπόλοιπα τμήματα: δεξιά ή αριστερά ήταν η φωτιά με το μεγάλο καζάνι για το «θερμό», απαραίτητο για το μεγάλο καθάρισμα του λαδιού. Εκεί καίγονταν τεράστια κούτσουρα.

Πιο πέρα, με μέτωπο προς το «λιθάρι» ή και όχι, ήταν στημένο το πιεστήριο και μπροστά του η σκάφη για να πέφτει το λάδι. Εκεί κοντά ήταν και η μεγάλη κασόνα που έριχναν τον πολτό. Έπαιρναν τον πολτό από την κασόνα, γέμιζαν τους ντροβάδες και τους τοποθετούσαν τον ένα πάνω στον άλλο στο πιεστήριο. Εδώ παίζει σημαντικό ρόλο ο ανθρώπινος παράγοντας αφού δεν είναι μηχανοκίνητο. Δυο και τρεις εργάτες μαζί κατέβαζαν το πιεστήριο με το κυπαρισσόκορμο με όλη τους τη δύναμη προς τα πάνω.  Η διαδικασία αυτή δεν είναι εύκολη αφού είναι επίπονη και χρονοβόρα, καθώς το υγρό που περιείχε ο πολτός, το ζυμάρι, όπως έλεγαν, ρέει με αργούς ρυθμούς.  Αφού λοιπόν συγκεντρωθεί το ακάθαρτο αυτό ελαιόλαδο μεταφέρεται στη λίμπα, που έιναι ένα είδος στέρνας, και αναμειγνύεται με αναβραστό νερό από τα καζάνια.

Πρέπει να τονίσουμε ότι τα δύο γραφικότερα σημεία του λιοτριβιού ήταν το «λιθάρι» και ο «εργάτης».




Έπειτα από την πίεση των ντροβαδων, αδειάζονταν τα «λιοκόκκια» και ο «κουμανταδόρος», πρέπει να διαχωρίσει το νερό από το λάδι. Η διαδικασία που ακολουθεί είναι πολύ λεπτή και χρονοβόρα καθώς ένας εργάτης,  με μια κανάτα αφαιρεί το λάδι που έχει κορφιάσει, χωρίς όμως να μπορεί να το κάνει γρήγορα για να μη μαζέψει και νερό.  Αυτή η εργασία απαιτούσε εμπειρία και υπομονή καθώς δεν υπήρχε η δυνατότητα να δεί ούτε το σημείο που βρίσκεται η επιφάνεια του νερού ούτε πόσο λάδι απέμεινε.

Όλη η διαδικασία συνεχιζόταν από την αρχή, ώσπου τελείωνε ο καρπός του νοικοκύρη για να γίνει ο «μέτρος» από τον «καραβοκύρη».

Επειδή τούτο γινόταν σε απρόβλεπτη ώρα, μέρα ή νύχτα, και έπρεπε στη συνέχεια να ρίξει άλλος νοικοκύρης τον καρπό του, έβγαινε στη πόρτα του λιοτριβιού ένας εργάτης με ένα χωνί στο στόμα και καλούσε το νοικοκύρη που τέλειωσε ο καρπός για το «μέτρο» και τον επόμενο για να παραβρεθεί στο ρίξιμο του δικού του καρπού (αυτό ήταν και μια έμμεση ειδοποίηση για να φέρει την «τσίτσα» με το κρασί, σύκα, καρύδια, χαλβά και ότι άλλο καλύτερο είχε η νοικοκυρά, για αρχή βέβαια και στη συνέχεια θα έφερνε κόκκορα για φαγητό».
Επικεφαλής της όλης εργασίας του λιοτριβιού ήταν ο «καραβοκύρης» που πιθανόν να είχε
 αυτό το όνομα από το «καραβοκύρης» του καραβιού, ο αρχηγός, ο καπετάνιος.

Έπρεπε να είναι άνθρωπος της εμπιστοσύνης του ιδιοκτήτη, να ξέρει να μιλάει καλά και πειστικά στους πελάτες, να ξέρει λίγο να... «κλέβει» για λογαριασμό του αφεντικού και να ξέρει να τους ευχαριστεί όλους.

Η όλη διαδικασία της ελαιοπαραγωγής τελείωνε με τη μεταφορά του λαδιού με λαδούσες στο «ντεπόζιτο» του σπιτιού, που περίμενε καθαρό να δεχτεί τη νέα σοδειά. Η χαρά του οικογενειάρχη, και των άλλων μελών, ήταν μεγάλη. Ένιωθε πολλή σιγουριά και ζεστασιά, όταν έβλεπε το σπίτι  του γεμάτο λάδι. Γιατί το λάδι τρώγεται ατόφιο, δεν είναι σαν τη σταφίδα και τα σύκα. Και τρώγεται αλλά και φώτιζε παλιά. Όποιος είχε το λάδι του και το ψωμάκι του, είχε τα βασικά, δε φοβόταν.

Έπειτα τα αγροτικά σπίτια, τότε, είχαν και κάτι άλλο: το παστό τους, το τυρί τους, τις κότες τους, τα λάχανά τους κλπ. Γι’ αυτό η καλή παραγωγή λαδιού έκλεινε και χαιρετιζόταν και με τις περίφημες «τηγανίτες» που τρώγονταν με ζάχαρη ή μέλι ή και πετιμέζι και ήταν των παιδιών η μεγάλη γιορτή, αλλά και των μεγάλων απαραίτητο έθιμο για «καλή χρονιά» και για καλύτερη σοδειά του χρόνου.

 

Η διαφορά του συγκεκριμένου ελαιουργείου από τα σύγχρονα έχει να κάνει αποκλειστικά με την ποιότητα του παραγόμενου ελαιολάδου. Παράγεται η καλύτερη ποιότητα γιατί δεν υπάρχουν τριβές, η θερμοκρασία δεν είναι μεγάλη και έτσι δεν καταστρέφονται τα ωφέλιμα του λαδιού, που είναι οι βιταμίνες Ε και όλα τα άλλα ιχνοστοιχεία.


φωτογραφίες :  στη Ζάβετη το 1998







(Πηγή: http://meropitopik.blogspot.com).

Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2020

Κων/ος Θ. Αλεξόπουλος  (Κωστής)

(1930 - 2014) 

Κων/ος Θ. Αλεξόπουλος, από το Βελημάχι (1930-2014), παντρεύτηκε στο Μοναστηράκι την Αλεξάνδρα (Αλέξω) Πατσή.

Υπηρέτησε στο Σώμα της Χωροφυλακής *, στο χωριό Κούμανι.

Αφότου παντρεύτηκε αποχώρησε από το Σώμα και μετακόμισε με την οικογένειά του (τρία παιδιά τότε) στην Αθήνα όπου και εργάστηκε ως ιδιωτικός υπάλληλος, αποκτώντας ένα ακόμα παιδί.  


με τα δυο μεγαλύτερα παιδιά του

με τα δυο μεγαλύτερα παιδιά του 



όλη η οικογένεια 

από αριστερά: Κωστής , Γιάννης, Αλέξω, Θοδώρα (Λόλα), Ανδρέας, Δήμητρα 

........

Αγαπούσε και εκτιμούσε τον συνάνθρωπό του.

Χαρακτηριστικά αναφέρω το εξής:

Τον καιρό που υπηρετούσε στη Χωροφυλακή, ο Διοικητής του τον διέταξε να δώσει σε κρατούμενο βουρδουλιές, όχι μόνο δεν το έκανε, αλλά  βούτηξε το διοικητή από το γιακά και του είπε: «θα σε αναφέρω, δεν είναι αυτός τρόπος συμπεριφοράς στους συνανθρώπους μας».

Άλλη φορά, όταν συνόδευε κρατούμενο για να δικαστεί στον Πύργο για χρέη, στο δρόμο συζητώντας τον λυπήθηκε και τελικά κατέληξε να δώσει το μισθό του, να του πληρώσει τα χρέη και να  τον αθωώσει το Δικαστήριο και να γυρίσει ο φτωχός στην οικογένειά του.

Αυτός ήταν ο θείος μου (επιτρέψτε μου να καμαρώνω), ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ που άμα του έκλεινες το δρόμο, δεν σου ζήταγε το λόγο, αλλά έστριβε και πέρναγε ήρεμος παραδίπλα.

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ που άμα τον «χαστούκιζες», σου γύρναγε και το άλλο μάγουλο.

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ που άμα τον πρόσβαλες, δεν βάσταγε κακία, το προσπερνούσε, το ξέχναγε την ίδια ώρα.

Με λίγα λόγια ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ – ΠΡΟΒΑΤΟ.

Ευσεβής και ευλαβής που διάβαζε μέρα - νύχτα την ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ, (είχε κάνει και ένα διάστημα καλογεροπαίδι, για να αποφύγει τους αντάρτες).

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ που στο τσεπάκι του είχε την Επιστολή του Κυρίου και όποιον και όπου συναντούσε τον σταύρωνε και του διάβαζε ευχές για ΥΓΕΙΑ.

Χαρακτηριστικές του φράσεις : « βζουμ» , «για ένα χου χάνομαι».



*  Δυο λόγια για τα Σώματα Ασφαλείας.

 Η Χωροφυλακή ήταν ένα σώμα σαφώς μεγαλύτερο από την Αστυνομία Πόλεων (η οποία είχε τότε μόλις 10 -12 χιλιάδες άτομα).

Ιδρύθηκε το 1920 και το 1984 συγχωνεύθηκε με την Αστυνομία Πόλεων στη σύγχρονη Ελληνική Αστυνομία.

Αποστολή της ήταν η αστυνόμευση όλης της Ελληνικής Επικράτειας, εκτός του κέντρου των πόλεων της Αθήνας, της Κέρκυρας, της Πάτρας και του Πειραιά.

Υπό την ευθύνη της Ελληνικής Χωροφυλακής τελούσαν τα Δικαστικά Μέγαρα, η Βουλή, τα Ανάκτορα και η ασφάλεια υψηλών προσώπων σε όλη την επικράτεια.

Τα δυο Σώματα ήταν αυτόνομα, είχαν τον δικό τους αρχηγό και υπάγονταν στο Υπουργείο Δημόσιας Τάξης. Μόνο σε εξαιρετικά σοβαρές περιπτώσεις, υπήρχε συνεργασία των δύο Σωμάτων

Κυριακή 19 Ιουλίου 2020


ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΚΑΡΑΒΑΣΙΛΗ




Από το φωτογραφικό αρχείο της Κωνσταντίνας Αγγελοπούλου.
Φωτο :1959

Εκτός από τις κυρίες Καραβασίλη και τον σεβαστό Παπα- Θόδωρο μεταξύ άλλων από αριστερά διακρίνονται :
Τα τρία μικρά κορίτσια είναι η Νίτσα Παπαϊωάννου (του Καφασόγιαννη) με τις αδελφές της Δήμητρα και Μαρία. Η κοπέλα με το εμπριμέ φόρεμα είναι η Ρήνα, κόρη του Πέτρου του Πετρόπουλου, ο οποίος στέκεται πίσω της και αριστερά του η γυναίκα του, η Χρύσω. 
Στην πίσω σειρά δεύτερος από αριστερά είναι ο Χρίστος Γεωργακόπουλος και δεξιά του ο Θύμιος ο Πετρόπουλος. 
Τρίτος από δεξιά διακρίνεται ο μπάρμπα - Νιόνιος ο Κωστόπουλος.
Η κυρία με το μωρό στην αγκαλιά είναι η Θανάσω Σταυροπούλου - Κοκκίνη. 
Πίσω από την παχουλή κυρία στο κέντρο είναι η Παναγιώτα από την γειτονιά του παλιόπυργου και δεξιά της η Γιωργιά η Σταυροπούλου, γυναίκα του μπαρμπα-Θύμιου του Κουρμπέτη, που μόνο το καπέλο του διακρίνεται δεξιά της.
Μια  ολόκληρη εποχή οικονομικής ευμάρειας και αίγλης του Πύργου και της ευρύτερης περιοχής, κρύβει μέσα  της η καπνοβιομηχανία και τράπεζα του Β. Καραβασίλη που λειτούργησαν στην πόλη στα τέλη του 19ου με αρχές του 20ου αιώνα.
Κυρίαρχη θέση στην τότε οικονομική ζωή του Πύργου έπαιξε η δραστηριότητα της μεγάλης καπνοβιομηχανίας, της πρώτης σε μέγεθος της εποχής εκείνης, που ήταν δημιούργημα μιας φωτεινής επιχειρηματικής μορφής του Βασ. Καραβασίλη.

Η ιστορία του Βασίλη Καραβασίλη  είναι  περισσότερο βγαλμένη από κινηματογραφική ταινία, αφού   ο επιχειρηματίας γεννήθηκε το 1854 στο Μοναστηράκι Γορτυνίας και ήλθε σε νεαρή ηλικία στον Πύργο για να δουλέψει, με την πρώτη του εργασία να είναι υπάλληλος κηροπλαστείου στον οδό Ερμού.
Σύντομα ωστόσο και  βλέποντας ότι υπήρχε εμπορικό ενδιαφέρον στην πώληση καπνού στους καπνιστές άνοιξε ένα μικρό καπνοπωλείο όπου κόβοντας μόνος του με το μαχαίρι τον καπνό,  τον πωλούσε μαζί με τσιγαρόχαρτα  σε πρώτη υποτυπώδη τυποποίηση του τσιγάρου.
Τα χρόνια πέρασαν και δέκα χρόνια αργότερα προσλαμβάνει συνέταιρο τον μικρό τον αδελφό Κωνσταντίνο και δουλεύουν μαζί 15 χρόνια ακόμα σαν Αδελφοί Καραβασίλη.
Στο διάστημα αυτό την επεξεργασία του καπνού με τα χέρια και την χρησιμοποίηση χαβανιών και κουπιών για σιγαροποίηση αντικαθιστά μια μικρή χειροκίνητη κοπτική μηχανή και μερικά χρόνια αργότερα στα 1912 αγοράζεται μια από τις πρώτες που χρησιμοποιήθηκαν στην Ελλάδα αυτόματη κοπτική και κολλητική σιγαρετοποιητική μηχανή.
Η δραστηριότητα αυτή αναπτύσσεται σε βιομηχανία και μεταφέρεται από την αρχική της εγκατάσταση, που ήταν το κτίριο ιδιοκτησίας Καγιάφα στην οδό Ερμού, δίπλα στο πρώην ξενοδοχείο «ΑΚΡΟΠΟΛ», στο νέο χώρο που είναι το οικοδομικό τετράγωνο που περικλείεται από τις οδούς Συλλαϊδοπούλου-Ξάνθου-Αχιλλέως και Ομήρου απέναντι από το Θέατρο «ΑΠΟΛΛΩΝ».

ΟΙ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ 

ΣΤΟΝ ΠΥΡΓΟ

Στο νέο χώρο δημιουργούνται μηχανολογικές και κτηριακές εγκαταστάσεις.
Το νέο εργοστάσιο περιλαμβάνει μεγάλες αποθήκες καπνού όπου αρχίζει η επεξεργασία και γίνεται το χαρμάνιασμα και αίθουσες όπου είναι εγκατεστημένες διάφορες κατηγορίες μηχανημάτων κοπτικές, τριπτικές, μηχανές αποξήρανσης και σιγαροποιητικές μηχανές.
Υπάρχει επίσης τμήμα κατασκευής κουτιών (κυτοποιία), αποθήκες έτοιμου προϊόντος και ένα σύγχρονο μηχανοστάσιο παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος από σειρά πετρελαιομηχανών ντήζελ. 
ΤΑ ΣΤΑΔΙΑ ΤΗΣ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ
Τα κάπνα φθάναν αρχικά στον Πύργο σιδηροδρομικώς και με κάρα. Ήσαν συσκευασμένα σε δέματα τυλιγμένα σε λινάτσες βάρους 50-60 Kgr. Τα δέματα ανοίγονταν στις αποθήκες του εργοστασίου και τα φύλλα ξεχωρίζονταν. Στη συνέχεια έφτιαχναν τα ονομαζόμενα μασκιά (ένα είδος γιούκου) αφού ράντιζαν α φύλλα με νερό και τα άφηναν έτσι μέχρι ότου προωθηθούν για τις κοπτικές μηχανές.
Μετά το χαρμάνιασμα ο καπνός προχωρεί στο διαμέρισμα ελέγχου και καπνοκοπτικών μηχανών μπαίνει στα τριπτικά μηχανήματα στη συνέχεια αποξηραινόταν και προωθείτο στις σιγαροποιητικές μηχανές μέσα σε ειδικά κιβώτια.
Το τελευταίο στάδιο ήταν το πακετάρισμα και η συσκευασία που γινόταν χειρονακτικά από γυναίκες και στη συνέχεια τοποθετούντο οι ταινίες φορολογίας, γινόταν η σφράγισις και προωθείτο στις αποθήκες του έτοιμου προϊόντος. 
ΟΙ ΜΑΡΚΕΣ ΤΩΝ ΣΙΓΑΡΕΤΩΝ ΤΗΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ
Τα πρώτα κουτιά της βιομηχανίας Καραβασίλη ήσαν συρταρωτά κουτιά, ονομάζονταν «Σιγαρέτα Β. Καραβασίλη» και στο πλαϊνό μέρος απ? όπου άνοιγαν έγραφαν τη λέξη «ώθησον».










Έτσι έγιναν για πολλούς γνωστά σαν τα σιγαρέτα «ΩΘΗΣΟΝ». Τα πρώτα σιγαρέτα είχαν σαν σχήμα τους την προσωπογραφία του Θ. Κολοκοτρώνη.
Στην πορεία της λειτουργίας της έβγαλε ένα μεγάλο αριθμό από μάρκες σιγαρέτων πολυτελείας όπως τη μάρκα «ΩΜΕΓΑ», το «Ζ», το «Ε», το «Α» κτλ., χρησιμοποιώντας κυρίως γράμματα του Αλφαβήτου.
Μια από τις πιο εμπορικές ήταν η μάρκα «EGO»και η μάρκα «Ζ» που απέκτησε μια πολύ μεγάλη κατανάλωση.
Τη μάρκα αυτή βλέπουμε να τη διαφημίζουν σε διαφημίσεις της εποχής εκείνης η μεγάλη ηθοποιός Κατερίνα Ανδρεάδη με τα λόγια «Μα κύριε Καραβασίλη ήταν ανάγκη να κυκλοφορήσετε ένα τόσο καλό σιγαρέτο, ώστε να με κάνετε να γίνω και εγώ καπνίστρια;»,
ο Γρ. Ξενόπουλος με τα λόγια «κάποτε για ένα φίλο μας που έκανε κατάχρηση στο κάπνισμα ο Δαμβέργης είπε: ο καημένος έχει φαρυγγίτιδα και προσπαθεί να την γιατρέψει. Ξαναθυμήθηκα το αστείο του Δαμβέργη τώρα που καπνίζω τα νέα σιγαρέτα Ζ- Καραβασίλη. Λοιπόν δεν είναι αστείο. Μπορεί και να γιατρευθεί η φαρυγγίτις με ένα σιγαρέτο που δεν την επηρεάζει καθόλου.»
και η Μαρίκα Κοτοπούλη με τα λόγια: «Για κάθε άνθρωπο και ιδίως για τον ηθοποιό η ποιότης του καπνού παίζει μεγάλο ρόλο στη φωνή. Ομολογώ ότι με τα τσιγάρα Ζ-Καραβασίλη η φωνή μου δεν επηρεάσθη καθόλου και ο λαιμός μου βρήκε την ανάπαυσή του.


«Ο αείμνηστος Βασίλειος Καραβασίλης, σύμφωνα με τα πενιχρά μέσα της εποχής εκείνης, αναστήλωνε μίαν καπνοβιομηχανίαν και την απέδιδεν   εις την κοινωνία του Πύργου, για να  εκτιμήσει τα καπνοβιομηχανικά της προϊόντα, τα οποία τότε  ήταν τα καλύτερα και προτιμώμενα.  Ο πατήρ της καπνοβιομηχανίας αυτής Β. Καραβασίλης, ο κάτοχος της αγάπης και προτιμήσεως του καταναλωτικού κοινού του Πύργου και μεγάλης ακτίνος της Πελοποννήσου, ένιωσε ότι είχε όλα τα προσόντα να διαγωνισθή με τη λοιπήν καπνοβιομηχανία και μίαν των ημερών, μεταφέρει την κίνησίν της στην Αθήνα και  από εκεί στα σπουδαιότερα καταναλωτικά κέντρα» σύμφωνα  με όσα αναφέρονται στο τύπο  κατά την περίοδο του 1940.
Στην Αθήνα
Το καπνεργοστάσιο της οδού Φιλαδελφείας, που αρχικά συστήθηκε από την «Ανώνυμη Ελληνική Εταιρεία Βιομηχανίας Καπνού» το 1918, περιήλθε  το 1924 στην ιδιοκτησία της καπνοβιομηχανίας «Β. Καραβασίλης Α.Ε.», που διατηρούσε και ομώνυμη τράπεζα μέχρι τότε, στον Πύργο Ηλείας.


Κατασκευάστηκε στην οδό Φιλαδελφείας 6-8, λίγο μακρύτερα από το σιδηροδρομικό σταθμό Λαρίσης, τοποθεσία που διευκόλυνε τις εισαγωγές-εξαγωγές και τις φορτοεκφορτώσεις των προϊόντων. Το αρχικό κτήριο, στη συμβολή των οδών Φιλαδελφείας και Σάμου, οικοδομήθηκε λιθόκτιστο και κεραμοσκεπές στις αρχές της δεκαετίας του 1920, ενώ σταδιακά προστέθηκαν και επιπλέον κτίσματα. Το 1923 επεκτάθηκε σε σχέδια των αρχιτεκτόνων Ιωάννη κ Μιλτιάδη Αξελού, με επίβλεψη του πολιτικού μηχ/κου Ανδρέα Δρακόπουλου της εταιρείας « Μπετον Αρμε». Το συγκρότημα αποτελείτο τελικά από 3 συνεχόμενα κτήρια, με είσοδο από την οδό Φιλαδελφείας 8.


Ήταν εξοπλισμένο με 22 σιγαροποιητικά μηχανήματα, από τα πρώτα που λειτούργησαν στην Ελλάδα. Διέθετε κεντρική θέρμανση και ανελκυστήρες. Η Εταιρεία διέθετε και αντίστοιχο εργοστάσιο στη Θεσσαλονίκη.
Λειτούργησε ως καπνοβιομηχανία μέχρι την πτώχευση της εταιρίας το 1959, όταν εκποιήθηκε σε δημόσιο πλειστηριασμό και περιήλθε στην κατοχή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος. Κατεδαφίστηκε το 2006 από την ΕΤΕ, και το οικόπεδο πωλήθηκε το 2007 σε ιδιωτική εταιρία, η οποία ανήγειρε στη θέση του, πολυώροφο κατάστημα…

Τράπεζα Αθηνών (1992-1999)


Η ιστορία της τράπεζας ξεκινά από το 1906 με την λειτουργία τραπεζικού γραφείου στον Πύργο Ηλείας το οποίο το 1924 ενσωματώνεται στην νεοσυσταθείσα εταιρεία «Καπνοβιομηχανία και Τράπεζα Β. Καραβασίλη» με έδρα την Αθήνα. Δύο χρόνια μετά στις 23/08/1926 εισάγεται στο Χρηματιστήριο. Από τότε η επωνυμία της τράπεζας αλλάζει το 1937 σε «Τράπεζα Β. Καραβασίλη» και το 1952 «Τράπεζα Επαγγελματικής Πίστεως». Το 1964 εξαγοράσθηκε από τη Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος η οποία το 1992 την μετονομάζει σε Τράπεζα Αθηνών και τελικά το 1999 συγχωνεύεται με την EFG Eurobank. Σήμερα η ιστορία του τραπεζικού αυτού οργανισμού συνεχίζεται υπό την επωνυμία EFG Eurobank Ergasias.


Η εταιρεία με την επωνυμία «Καπνοβιομηχανία και Τράπεζα Β. Καραβασίλη» ιδρύθηκε τον Μάρτιο του 1924. Κατά τη σύστασή της ο Β. Καραβασίλης εισέφερε στην εταιρεία την καπνοβιομηχανική και τραπεζική του επιχείρηση που διατηρούσε μέχρι τότε στον Πύργο. Η έδρα της εταιρείας ήταν στην Αθήνα, στην οδό Πανεπιστημίου 71, και είχε δύο εργοστάσια, ένα στον Πύργο και ένα στη Θεσσαλονίκη. Σκοπός της εταιρείας ήταν η βιομηχανική κατεργασία του καπνού και τραπεζικές εργασίες. Το μετοχικό κεφάλαιο ορίσθηκε αρχικά σε 6.000.000 δραχμές, διαιρούμενο σε 6.000 μετοχές των 1.000 δραχμών.

ΠηγΕΣ: 

ΠΡΩΤΗ NEWS Ημερήσια Καθημερινή Εφημερίδα της Ηλείας

iliaoikonomia.gr

(Φωτογραφικό υλικό και αποσπάσματα από τον τύπο της εποχής,  προέρχονται  από το προσωπικό αρχείο του συλλέκτη κ. Αλ. Καραμπέλη).